Ήταν γύρω στα δεκατρία της χρόνια. Ένα κορίτσι ασχημάτιστο ακόμη, χωρίς τις ανησυχίες που δημιούργει η εφηβεία. Καθόταν στα σκαλοπάτια του σπιτιού της αυτά που έβλεπαν στο δρόμο. Διάβαζε ένα βιβλίο, που της είχε δανείσει μια φίλη της, ήταν «Η Μάνα» του Γκόρκγι, το θυμάται σαν τώρα, ήταν καλοκαιρινές διακοπές και δεν είχε σχολικές υποχρεώσεις βλέπετε, χάζευε λοιπόν και το δρόμο, μάλλον αφηρημένα.
Ο ήλιος είχε σχεδόν δύσει και ένα φως του δειλινού φώτιζε την πόλη, ο κόσμος άρχισε σιγά, σιγά να βγαίνει από τα σπίτια του. Τα κορίτσια για την συνηθισμένη τους βόλτα στην αγορά, πάνω- κάτω, πάνω-κάτω και ανταλλάσανε κρυφές ματιές με τα αγόρια που δήθεν τυχαία συναντούσαν.
Η βραδινή δροσιά άρχισε να πέφτει, ήταν ωραία με τις ακακίες του δρόμου να  μυρίζουν, αυτές τις σκέψεις, διέκοψε μια φιγούρα στο δρόμο, ήταν ο «Μπάρμπας» έτσι τον έλεγε η μάνα της, ένας πανύψηλος γέρος, με το κορμί του σκυφτό από τις κακοτυχίες και τα χρόνια, που προσπαθούσε να κουμαντάρει ένα καρότσι με τη πραμάτεια του, ήταν πολύ βαρύ για τις δυνάμεις του και με πολύ δυσκολία κατάφερνε να το συγκρατήσει. Ο δρόμος ήταν κατηφορικός και αυτός πολύ αδύναμος. Τον έβλεπε και μάτωνε η καρδιά της.
Πήγαινε κάθε βράδυ, τώρα το καλοκαίρι και πούλαγε, ηλιόσπορους, πασατέμπο, και αράπικα φιστίκια, έξω από το καλοκαιρινό σινεμά, που ευτυχώς δεν ήταν μακριά από το σπίτι του.
Έμενε μαζί με τη γυναίκα του, σε ένα χαμόσπιτο με δυο πολύ μικρά δωμάτια. Έσκυβες  για να μπεις μέσα και η τουαλέτα έξω, στην αυλή.
Για αυτό το, στην κυριολεξία, κοτέτσι, πλήρωναν στον ιδιοκτήτη εκατό δραχμές το μήνα ενοίκιο, αν και αυτός, ήταν γνωστό σ? όλους, ότι όχι μόνο δεν είχε ανάγκη από αυτά τα λεφτά αλλά ίσως ήταν και από τους πλουσιότερους της περιοχής.
Ο «μπάρμπας» με τη γυναίκα του, ήταν «Ρουμάνοι πρόσφυγες» έτσι λέγανε στη γειτονιά.
Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν αυτό, όμως η λέξη «πρόσφυγας» της ήταν οικεία και ήξερε από τους γονείς της και από πρώτο χέρι, τι θα πει και τι καημούς είναι φορτωμένη, πόσο θάνατο και φτώχια κουβαλάει!
Τους πονούσε πάρα πολύ, επειδή δεν ήταν μόνο η προσφυγιά τους, η μοναξιά τους, η φτώχια τους, αλλά και τα γηρατειά τους με το ασθενικό τους κορμί.
Της έκανε εντύπωση η αρχοντιά και το αγέρωχο, περήφανο ύφος, που παρ? όλα τα όσα πρέπει να έχει τραβήξει, ήταν αποτυπωμένο στα μάτια αυτού του άντρα, ανακατεμένα με το πόνο και την καρτερία, συναισθήματα που εκφραζόντουσαν με τη στάση του κορμιού του και τον τρόπο που περπατούσε.
Φορούσε μια μπεζ σκούρα, τριμμένη καμπαρντίνα, χειμώνα καλοκαίρι, ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια με φαρδιές λαστιχένιες σόλες τόσο χοντρές, που πρώτη φορά έβλεπε μέχρι τότε. Δεν μιλούσε σχεδόν ποτέ «ο μπάρμπας», δεν θυμάται να είχε ακούσει τη φωνή του.
Το χειμώνα όταν επέτρεπε ο καιρός, φορούσε ένα χοντρό πουλόβερ με σηκωτό γιακά, την  ίδια πάντα καμπαρτίνα και παπούτσια, ένα πλεκτό μεγάλο κασκόλ, δυο τρεις βόλτες γύρω από το λαιμό και κάτι μάλλινα μαύρα γάντια και πήγαινε στο σχολείο που ήταν λίγο μακρύτερα από το σινεμά, για να πουλήσει τη πραμάτεια του, πασατέμπο και φιστίκια.
Δεν έβγαζε ούτε το φαγητό της ημέρας.
Καθισμένη στα σκαλιά και συγκλονισμένη από το πρόβλημα αυτών των ανθρώπων έκανε τα δικά της όνειρα για το μέλλον και τους έβαζε κι αυτούς μέσα.
Υποσχότανε στον εαυτό της, ότι όταν θα μεγαλώσει και βγάζει χρήματα θα τους έδινε κάθε μήνα από το μισθό της για να ζήσουν. Και με το παιδιάστικο μυαλό της έκανε λογαριασμούς και έπνιγε με αυτό τον τρόπο την στεναχώρια που της δημιουργούσε η τωρινή αδυναμία της να τους βοηθήσει.
Η μητέρα της, κάθε μεσημέρι της έδινε ένα κατσαρολάκι γεμάτο με φαγητό, υπολόγιζε να είναι δυο μερίδες, να το πάει «δίπλα στο μπάρμπα» και τη γυναίκα του. Συνήθως στο σπίτι ήταν η γυναίκα του «μπάρμπα», ποτέ δεν έμαθε το όνομά της, δεν τη ρώτησε άλλωστε. Επειδή  άκουγε ελάχιστα άφηνε πάντα την πόρτα ξεκλείδωτη. «Α, εσύ είσαι Ρηνιώ, ευχαριστώ πολύ παιδί μου», έλεγε με ένα συγκρατημένο δάκρυ στα μάτια, ενώ προσπαθούσε να αδειάσει το φαγητό σε ένα δικό της μικρό τσουκάλι.
Μια μέρα τη βρήκε να προσπαθεί να μαντάρει μια κάλτσα, που της είχε βάλει μέσα ένα ξύλινο αυγό, αλλά δεν μπορούσε να περάσει τη κλωστή στη βελόνα, αφού ήταν σχεδόν τυφλή, έτσι περίμενε τον άνδρα της να γυρίσει από τη δουλειά, για να τη βοηθήσει.
Αφού άφησε το φαγητό, η Ρηνιώ, της πέρασε και τη κλωστή στη βελόνα, έφυγε, όπως κάθε φορά, με τη θλίψη να κατακλύζει τη ψυχή της. Εκείνη την μέρα είδε και τον «μπάρμπα» να γυρίζει σπίτι σπρώχνοντας το καρότσι του με φανερή δυσκολία, άλλωστε τα αργά του βήματα πρόδιδαν την αδυναμία του.
Έμοιαζε να  ανεβαίνει τον δικό του Γολγοθά, αργά αργά έσερνε τον σταυρό του, κάθε μέρα και με όλους τους καιρούς.
Ήταν και αυτός ένας Xριστός σαν τόσους άλλους, που καθημερινά σέρνουν το δικό τους σταυρό, στα ναυπηγεία, στα ορυχεία, στις ουρές του ΟΑΕΔ, στα στενά της Ομόνοιας, στα φανάρια των δρόμων, ελπίζοντας ότι κάποιος θα βρεθεί να τους σηκώσει το σταυρό από τον ώμο, και να τους κατατάξει πάλι στους ζωντανούς, σε εκείνους που μπορούν να ονειρευτούν, να ζήσουν με αξιοπρέπεια, να χαρούν, να δώσουν και να πάρουν από τη ζωή και τους ανθρώπους.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.