ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (ΧΑΡΧΑΛΟΓΙΑΝΝΗΣ)

Το Δημοτικό το έβγαλα στη Νέα Ερυθραία. Δασκάλα μας ήταν η Μελισσίδενα. Σαν δεύτερη μητέρα μας μάς πήρε μικρά από την πρώτη τάξη και μας έβγαλε μεγάλους στην έκτη. Μετά πήρε τη σύνταξή της και έφυγε. Και στις έξι τάξεις καθόμουν στο ίδιο θρανίο με το φίλο μου τον Μίμη. Ήταν το έκτο παιδί μιας φτωχής οικογένειας. 
Την περίοδο εκείνη μετά τη γερμανική κατοχή, πολλές οικογένειες στην Ερυθραία δυσκολεύτηκαν πολύ για να ξεπεράσουν το οικονομικό πρόβλημα με αποτέλεσμα και η τροφή να μην είναι επαρκής. Παιδί μιας τέτοιας οικογένειας ήταν και ο Μίμης. Εκτός λοιπόν από συμμαθητές είχαμε γίνει και φίλοι. Ο Μίμης αν και ήταν κάπως ευτραφής, όπως κι εγώ, ήταν πάντα πεινασμένος και λαίμαργος. Είχε μια δυσκολία στην ομιλία και γι αυτό οι συμμαθητές μας τον έλεγαν Μιμάτση, νομίζοντας ότι ήταν κουτός. Όπως θα δείτε όμως, ο φίλος μου δεν ήταν καθόλου κουτός, ήταν εξυπνότατος. Το απέδειξε εξάλλου και στη μετέπειτα εξέλιξή του.
Τα καλοκαίρια για μένα δεν υπήρχε η ξενοιασιά των άλλων παιδιών, γιατί ο πατέρας μου πολύ σοφά ήθελε αντί να γυρίζω, να είμαι δίπλα του στη δουλειά στο μαγαζί. Όταν δεν με απασχολούσε, καθόμουν έξω από το μαγαζί στο πεζοδρόμιο και σεργιανούσα, βλέποντας τους άλλους επαγγελματίες, τους πελάτες που πηγαινοέρχονταν και τ αυτοκίνητα που περνούσαν κάθε τέταρτο κι ένα. Εκεί στο πεζοδρόμιο της οδού Μαραθώνος ερχόταν και με έβρισκε ο Μίμης ξυπόλητος, όπως κι εγώ, με ένα παντελονάκι μπλε σκούρο, με ένα λάστιχο στη μέση και μια μικρή τσέπη στο πίσω μέρος, την κωλότσεπη όπως τη λέγαμε. Όταν δεν έκανε πολύ ζέστη φορούσαμε και φανέλα. Αμέσως πηγαίναμε στο διπλανό μαγαζί του νονού μου του Παντελή του Κωτσάκη που το είχε με τον αδελφό του τον Λέανδρο. Οπωροπωλείον η Χαραυγή Αδελφών Κωτσάκη, έγραφε η ταμπέλα και στο βάθος του μαγαζιού μια άλλη ταμπέλα έγραφε: «Τα φρούτα χαρίζουν υγεία και ομορφιά».
«Θει θείε, έ έχεις κα α νένα σα σαπάκι», έλεγε ο Μίμης και ο κυρ Παντελής έψαχνε τα τελάρα να βρει κανένα χτυπημένο γερμά, κανένα παραγινωμένο μαυρισμένο αχλάδι, κανένα σταφιδιασμένο σταφύλι και αντί να τα πετάξει, μάς τα έδινε. Τα τρώγαμε με πολύ ευχαρίστηση γιατί τα παραγινωμένα φρούτα είναι πιο γλυκά και νόστιμα από τα πρόωρα κομμένα που ελαφρώς ξινίζουν. Δίπλα στο μανάβικο του Κωτσάκη ήταν το γαλατάδικο του κυρ Νίκου του Παππά, του Πλαστήρα όπως τον έλεγαν και της κυρά Παρασκευούλας, της γυναίκας του. Μέσα στο γαλατάδικο, στο πίσω μέρος του μαγαζιού είχαν ένα μεγάλο καζάνι. Σ αυτό έβραζε το γάλα η κυρά Παρασκευούλα και ο κυρ Νίκος το ανακάτευε με ένα μεγάλο κλαδί από φοίνικα. Είχε βγάλει τα φύλλα, κρατούσε το κλαδί από το λεπτό μέρος και το χοντρό ήταν μέσα στο καζάνι και το στριφογύριζε ρυθμικά για να μην πιάσει το γάλα. Στο εμπρός μέρος είχε ένα ψυγείο γεμάτο γιαούρτια σε πήλινους κεσέδες του μισού και του ενός κιλού και μια μεγάλη ξύλινη καρδάρα γιατί πουλούσε και χύμα γιαούρτι. Έφτιαχνε και πολύ ωραίο γιαούρτι της σακούλας. Το έβαζε σε σακούλες από κάμποτο ενός κιλού περίπου, τις τσαντίλες όπως τις έλεγε και τις κρεμούσε στην πόρτα του μαγαζιού σε ένα καλόγερο που κρεμούσε τα ρούχα, φτιαγμένο από ένα μικρό δέντρο που του είχε κόψει τα κλαδιά αναλόγως.
Από αυτό το υπέροχο γιαούρτι έπαιρνε ο Αγγελής που είχε το ουζερί και έφτιαχνε ένα τζατζίκι να γλύφεις και τα δάκτυλά σου. Τις εθνικές εορτές 25η Μαρτίου και 28η Οκτωβρίου ο κυρ Νίκος έβαζε την ηρωική εθνική στολή, τα τσαρούχια με τη φούντα, το λευκό εφαρμοστό παντελόνι, την κάτασπρη φουστανέλα, το σελάχι, το λευκό πουκάμισο, το μαύρο κεντητό γιλέκο και το φέσι. Έπαιρνε την ελληνική σημαία δεμένη σ ένα βελούδινο ιστό με το χάλκινο σταυρό στην κορυφή, μ ένα χρυσό κορδόνι με δυο μεγάλες φούντες κι όλο καμάρι και εθνική περηφάνια πήγαινε στην παρέλαση. Δίπλα ήταν το κρεοπωλείο των αδελφών Βογιατζή και πιο κάτω ήταν ο πειρασμός της αγοράς, η ταβέρνα του κυρ Βάθη, στη γωνία της οδού Μαραθώνος (Ελ. Βενιζέλου) και Βάρναλη. Μπροστά είχε μια αυλή και το βάθος ήταν η ταβέρνα. Τη μισή αυλή τη σκέπαζε μια κληματαριά και την άλλη  μισή μια μεγάλη μουριά. Από τη μια μεριά της Βάρναλη στο πεζοδρόμιο που τη σκέπαζε η μουριά τα καλοκαίρια έψηνε ο Βάθης τρία-τέσσερα κοκορέτσια και μοσχοβολούσε όλη η αγορά. Ο πειρασμός ήταν τα κοκορέτσια και το καλό κρασί του. Εκεί κάτω από τη μουριά στο πεζοδρόμιο της Μαραθώνος πήγαμε με το φίλο μου να φάμε τα φρούτα μας.
Απέναντι βλέπαμε στην άλλη γωνιά το βενζινάδικο του κυρ Κοντοδήμα. Το μοναδικό βενζινάδικο της περιοχής και το μοναδικό τηλέφωνο για το κοινό. Μέσα στο βενζινάδικο είχε τοποθετήσει ο ΟΤΕ ένα θάλαμο τηλεφώνου και όποιος ήθελε, έπαιρνε από εκεί τηλέφωνο. Απέναντι από το βενζινάδικο, Βάρναλη και Μαραθώνος, στο οικόπεδο του Παπάζογλου το ζαχαροπλαστείο του ο κυρ Παναγιώτης ο Παπαδέλης. Έφτιαχνε ωραία γλυκά, ένα μοναδικό παγωτό το καλοκαίρι που το γύριζε μέσα σ ένα βαρέλι με πάγο και χοντρό αλάτι και εδώ ήταν ένας άλλος πειρασμός, οι λουκουμάδες του που έφτιαχνε κάθε απόγευμα και σου τρυπούσαν τη μύτη. Αυτά χαζεύαμε όταν το μάτι του Μίμη είδε μέσα στην αυλή της ταβέρνας κάτω από τη σκιά της μουριάς δυο κυρίους να τρώνε με μεγάλη βουλιμία τους νόστιμους μεζέδες που τους είχε προσφέρει ο κυρ Βάθης. Του Μίμη δεν έφευγαν τα μάτια του από το τραπέζι. Στο τέλος έφερε ο Βάθης μια μεγάλη φέτα καρπούζι. Την έκοψε και τη σέρβιρε. Άφησε όμως ένα δάχτυλο κόκκινο πάνω στη φλούδα. Ο Μίμης το είδε και δεν ξεκολλούσε από εκεί.
Μόλις έφυγαν οι πελάτες όρμησε στην αυλή, άρπαξε τη φλούδα και βγήκε έξω να φύγουμε. Τον πήρε όμως το μάτι του κυρ Βάθη και έτρεξε ξωπίσω του. «Τι κάνατε βρε;», μας φώναξε. Γύρισε ο Μίμης με την καρπουζόφλουδα στο χέρι. «Γιατί πήρες την καρπουζόφλουδα;». «Θα την κα κάνω κα αραβάκι θει θείε. Θα την κάνω καραβάκι». «Καλά», είπε ο Βάθης και γέλασε. Ήξερε γιατί την πήρε τη φλούδα ο Μίμης, αλλά τέτοια απάντηση δεν την περίμενε. Γυρίσαμε στην άλλη γωνία, κάθισε ο Μίμης στο πεζοδρόμιο, την έπιασε με τα δυο του χέρια, την έβαλε στο στόμα και άρχισε να τρώει το κόκκινο. Έκανε πολύ ζέστη και δεν φορούσε φανέλα και τα ζουμιά πέφτανε στο στήθος του και στην κοιλιά του. Τα σκούπιζε με το χέρι του. Γρήγορα η φλούδα από κόκκινη έγινε άσπρη. Αλλά και το καραβάκι του θα ήταν πιο ωραίο άσπρο από κόκκινο που ήταν πρώτα.
Φίλοι μου, εάν σκέφτεστε αν αυτά που γράφω είναι αληθινά ή φανταστικά, έχω να σας πω ότι είναι τόσο αληθινά που μοιάζουν με φανταστικά. Είναι τόσο φανταστικά που μοιάζουν με αληθινά ή άλλα αληθινά και άλλα φανταστικά. Και για να μην ξεχνάμε τον αγαπημένο μου θεατρικό συγγραφέα, τον ελληνικής καταγωγής Σικελό Λουίτζι Πιραντέλο, είναι έτσι αν έτσι νομίζετε. Εσείς αποφασίζετε λοιπόν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.