Το πολιτικό τοπίο της Ελλάδας έπαψε να είναι γκρίζο κι έγινε μαύρο. Ζήλεψε τ› απύθμενα σκοτάδια και αρνείται πεισματικά να δεχθεί μέσα του έστω και μια ελάχιστη φωτεινή δέσμη, ένα φώς που θα μπορούσε ν› ανοίξει ένα δρόμο προς την επιφάνεια της ελπίδας ή της προοπτικής.
Αυτό το τοπίο, που αντί να διδάσκεται από τα λάθη του, εφευρίσκει τρόπους να τα αναγεννά, πέταξε άλλα δύο υπερπολύτιμα χρόνια στη χωματερή της ατολμίας του, καταδικάζοντας μια χώρα κι ένα λαό ολόκληρο αν όχι στη χλεύη, τουλάχιστον στον παγκόσμιο προβληματισμό.
Η παγκόσμια κοινότητα έγινε πλουσιότερη χάρη σε μας. Την «διδάξαμε» με τα πιο σύγχρονα μέσα εξαπάτησης(δημιουργική λογιστική, χαλκευμένα στατιστικά στοιχεία) αλλά και με λέξεις κι έννοιες κατοχυρωμένες από το αρχαίο Ελληνικό πνεύμα: χάος, τραγωδία.
Η ελληνική κοινότητα όμως παρέμεινε αιχμάλωτη από λέξεις και έννοιες που συνθλίβουν την καθημερινότητα του απλού πολίτη: ανεργία, ακρίβεια, φτώχεια, απολύσεις, εργοδοτική ασυδοσία και εκφοβισμός. Δεν χρειάζεται ν› ανοίξουμε κάποιο λεξικό για να μάθουμε τί σημαίνουν. Τις βλέπουμε κα τις ζούμε σε κάθε μας βήμα.
Μα πιο πολύ από όλους, τις αντικρίζει ο νέος άνθρωπος που βγαίνει από το πανεπιστήμιο με γνώση και όραμα. Η νέα κοπέλα που θέλει να ζήσει την υπέρτατη στιγμή της μητρότητας αλλά διστάζει. Ο μαθητής, που όταν βρίσκει τα σχολικά του βιβλία βλέπει μέσα σ› αυτά ακαταλαβίστικα πράγματα που δεκαετίες τώρα «τα σαίνια» του Υπουργείου Παιδείας προσπαθούν να του φυτέψουν στο κουρασμένο του μυαλό. Ο εργάτης του εργοστασίου που βλέπει το επαίσχυντο μέτρο της επιχειρησιακής σύμβασης μπροστά στα μάτια του και τον αχόρταγο βιομήχανο να του δείχνει το στυλό και να του λέει «υπόγραψε! Ψίχουλα θα πάρεις κι αν σ› αρέσει!» Ολοι όσοι πίστεψαν, όχι γιατί ήταν αφελείς, αλλά γιατί ήταν και παραμένουν αγνοί, καθαροί, σεμνοί και έτοιμοι να υπηρετήσουν τη χώρα τους αγόγγυστα, αθόρυβα, δημιουργικά. Και για άλλη μια φορά προδόθηκαν.
Πέρασαν άλλα δύο χρόνια χαμένα για την Ελλάδα και την παγκόσμια προοπτική της. Τότε, τα χαμόγελα περίσσευαν. Μια άλλη γενιά πολιτικών, άναψε τους φορητούς υπολογιστές της, μας μίλησε για άγνωστες έως τότε έννοιες, όπως ανοιχτή και ηλεκτρονική διακυβέρνηση. Μας προέτρεψε να «ΠΑΜΕ», προφανώς μπροστά. Μας μίλησε για πράσινη ανάπτυξη και οικολογία. Ο αρχηγός αυτής της γενιάς, σε πανεθνικό δίκτυο μας είπε πως «λεφτά υπάρχουν» και πως «δεν χρωστάω σε κανέναν».
Ζώντας μέσα σ› ένα παραλογισμό τότε, πιστέψαμε αυτή τη γενιά. Είχαμε ανάγκη να πιστέψουμε, γιατί η χώρα κολυμπούσε στους βάλτους των αδηφάγων χρηματαγορών ανυπεράσπιστη. Χωρίς ηγέτη εμπνευσμένο και χωρίς ομάδα με όραμα αλλά και ρεαλισμό. Βλέπαμε πρόσωπα, ακούσαμε φρέσκο λόγο, και είπαμε μέσα μας, «δεν μπορεί, τώρα κάτι θ› αλλάξει».
Δεν ήταν όμως πρόσωπα, αλλά μάσκες γελαστές. Υπάρξεις που στέκονταν προσοχή μπροστά στα διευθυντήρια που αποφάσιζαν για εμάς, χωρίς εμάς. Κι αφού «λεφτά υπήρχαν», αλλά τελικά δεν βρέθηκαν, ο ήλιος του μαγευτικού Καστελόριζου έβλεπε με απόγνωση τον Ελληνα Πρωθυπουργό να αναγγέλει μνημόνια, δάνεια και νέα βάρη.
Το έργο ξαναπαίχτηκε μπροστά στα μάτια μας. Μισθωτοί, δημόσιοι υπάλληλοι και συνταξιούχοι κυνηγήθηκαν αγρίως και ανηλεώς. Η φοροδιαφυγή παρέμεινε αυτούσια, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες κάποιων κρατικών υπαλλήλων να την περιορίσουν. Τα «μεγάλα ψάρια» δεν πιάστηκαν ποτέ. Δεν γούσταραν, δεν πλήρωσαν. Ετσι απλά. Η Εκκλησία εξαιρέθηκε από τη φορολογία και τώρα κάνει «μπίζνες» με το Κατάρ. Σε άλλα μέρη του πλανήτη, χριστιανοί και μουσουλμάνοι σκοτώνονται μεταξύ τους. Εδώ όμως είναι ενωμένοι και στρατευμένοι στο κοινό τραπεζικό τους καλό.
Οριζόντιες περικοπές μισθών με ανυπολόγιστο κόστος για τη μέση ελληνική οικογένεια. Συλλογή αποδείξεων από αγορές προιόντων, εκνευριστική καθυστέρηση στην επιστροφή του φόρου, λόγω «αδυναμίας του συστήματος».
Στο εξωτερικό, η εκπροσώπηση της χώρας ήταν ανύπαρκτη. Ασύντακτοι, χωρίς ενωτική φωνή και υπεύθυνη διεκδικητική πολιτική, θεατές, κομπάρσοι και διακοσμητικοί, μπροστά σε δυνάμεις που τεμαχίζουν και μοιράζουν ακόμη και τον ουρανό.
Το χρέος συνεχώς μεγάλωνε, κι εμείς, αντί να ρίξουμε το βάρος μας στην ανάπτυξη των όποιων παραγωγικών μας πηγών, στον τουρισμό και στην αγροτική παραγωγή, ρίξαμε το ανάθεμα στην Γερμανία, αυξήσαμε τους φόρους και ψαλιδίσαμε τα πενιχρά εισοδήματα των εργαζομένων, που εργάζονται τις περισσότερες ώρες σε σχέση με τους υπόλοιπους εργαζόμενους στην Ευρώπη, αλλά προκοπή δεν βλέπουν.
Ετσι εξανεμίστηκε και σπαταλήθηκε το περιθώριο της κοινωνικής ανοχής που ανοιχτόκαρδα χαρίστηκε στην κυβέρνηση το 2009, δίνοντας τη θέση του στην αγανάκτηση. Κι όταν ο απλός λαός κατάλαβε την ανικανότητά τους αλλά και την αγωνία τους να μην φθαρεί το ακριβό τους παντελόνι στο βουλευτικό έδρανο, ξεχύθηκε στους δρόμους, γέμισε τις πλατείες, περπάτησε χιλιόμετρα για να συναντήσει τον Αγνωστο στρατιώτη στο Σύνταγμα, σήκωσε τα χέρια ψηλά και φώναξε δυνατά: «ΚΛΕΦΤΕΣ!»
Είστε κλέφτες κυρίες και κύριοι, ψευτοβουλευτές, αρχηγίσκοι και παρατρεχάμενοι. Κλέψατε άλλη μια φορά την ελπίδα μας. Κάνατε την αγνή μας πίστη σκουπιδόχαρτο, κι αφού μπήκατε στα αυτοκίνητα που σας παραχώρησε η κοινωνία, αναζητήσατε απόμερες και απομακρυσμένες ψησταριές μήπως και κορέσετε την πείνα σας. Ούτε το λογαριασμό όμως δεν πληρώσατε, αφού τον περάσατε στα έξοδα του αποσαθρωμένου Κοινοβουλίου.
Είστε κλέφτες κυρίες και κύριοι. Το καλά απολεπισμένο σας πρόσωπο δεν συγκινήθηκε με την ανεργία που γέννησε η ασυνεννοησία σας, αλλά αντιθέτως ίδρωσε κι αγχώθηκε όταν οι μηνιαίες σας αποδοχές αλλά και των υπαλλήλων που διορίσατε στη Βουλή κινδύνευσαν, αλλά τελικά δεν μειώθηκαν. Η λίστα των μεγαλοφοροφυγάδων που σας στήριξαν έγινε σαίτα στα χέρια σας. Ούτε ένας από εσάς όμως δεν μας είπε αν πλήρωσε το φαιδρό «χαράτσι» της ΔΕΗ.
Είστε κλέφτες κυρίες και κύριοι. Διαλύσατε την οικονομία με μαζικούς διορισμούς σε υπηρεσίες και οργανισμούς δίχως αντικείμενο και λόγο ύπαρξης. Και τώρα, ρίχνετε στην εφεδρεία χιλιάδες εργαζομένους που δεν ξέρουν πως ν› αντιδράσουν. Δεν τολμήσατε όμως ν› αγγίξετε τα προνόμια της ολιγαρχίας που συνέτρωγε μαζί σας όχι γιατί σας πίστευε αλλά γιατί έβλεπε μέσα από εσάς τους τραπεζικούς της λογαριασμούς να ξεχειλώνουν ασταμάτητα, κι ο απλός υπάλληλος, ο ειλικρινής φορολογούμενος περίμενε τα Χριστούγεννα μήπως και αγοράσει κάποιο δώρο στο μικρό του παιδί. Αλλά κι εκείνο το «δώρο» το κάνατε επίδομα…
Πότε γίνατε αντι-εξουσιαστές στην εξουσία; Οταν δώσατε τόσα δισεκατομμύρια στις τράπεζες για να μην χρεoκοπήσουν; Οταν αφήσατε την άγονη γραμμή χωρίς γιατρούς και συχνά χωρίς ακτοπλοικές γραμμές; Οταν είδατε τον συνταξιούχο να αργοπεθαίνει γιατί δεν έχει φάρμακα; Οταν «διώξατε» σε άλλες χώρες τόσους νέους επιστήμονες, που έφυγαν πικραμένοι; Οταν δεν τολμάτε πλέον ούτε στο πεζοδρόμιο να κυκλοφορήσετε κι έξω από τα σπίτια σας έχετε αστυνομικούς; Οταν με τις πράξεις σας παραδώσατε τη χώρα σε ξένα χέρια και μυαλά, που τώρα ζητούν υπογραφές για να μας δώσουν χρήματα, σαν σύγχρονοι καθεστωτικοί που θέλουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης; Πού την καταντήσατε την Ελλάδα, αχρείοι;
Σήμερα στέκεστε πάνω στα ερείπια που η βομβαρδιστική σας πολιτική δημιούργησε, κι αναρωτιέστε ποιός θα βρεθεί να βγάλει τη χώρα από το αδιέξοδο. Ψάχνετε μέρες και νύχτες. Σοβαρά πρόσωπα υπάρχουν, μα δεν σας εμπιστεύονται ούτε θέλουν να ρισκάρουν την επιστήμη τους βάζοντας την απέναντι στην ανικανότητα και την ασχετοσύνη σας.
Οποιος όμως κι αν αναλάβει, έστω και προσωρινά, θα έχει δίπλα του ένα λαό ολόκληρο που θα σας κοιτάξει στα μάτια και θα σας πεί: επιτέλους φύγετε! Πάρτε ένα λεωφορείο, πληρώστε το εισιτήριο που σας αναλογεί και εξαφανιστείτε! Χωρίς ελικόπτερα και καράβια. Χωρίς πολυτελή αυτοκίνητα και κότερα. Απλά φύγετε!
Γιατί όταν υπάρξει αληθινή δικαιοσύνη, όπου κι αν κρυφτείτε, η αλήθεια θα σας βρεί. Και το δικαστήριο που θα σας δικάσει, θα είναι οι ματιές των ανέργων, των αδικημένων, των απολυμένων. Και το φώς τους, θα σας τυφλώσει. Να το θυμάστε αυτό.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.