306_barnalis
Πρώτος από δεξιά ο θείος μου ο Στέλιος, στο κέντρο στο βάθος ο Βάρναλης.

Πάσχα του 1960 και σήμανε συναγερμός στο σπίτι μας. Εκείνο το Πάσχα, όπως συνηθίζαμε στο σπίτι μας, είχαμε σουβλίσει το αρνί και οι δύο οικογένειες του Γιώργου του Μαγγανά του συνεταίρου του πατέρα μου και οι δικοί μας μαζί με μερικούς συγγενείς απολαμβάναμε το πασχαλινό γεύμα μας. Κοντεύαμε να τελειώσουμε να αποφάγομε όταν χτύπησε το τηλέφωνο.
Πήγε ο πατέρας μου στο τηλέφωνο, γύρισε και μας είπε: Έρχεται ο Στέλιος με τον Βάρναλη. Αμέσως σήμανε συναγερμός. Ο θείος μου ο Στέλιος ο Τζεδάκης ήταν ο άντρας της θείας μου της Ειρήνης, της μεγαλύτερης αδελφής του πατέρα μου. Είχε γεννηθεί στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη. Μετά από μια αποτυχημένη εξέγερση ο πατέρας του και η μητέρα του κρυβόντουσαν στις κορφές του Ψηλορείτη. Εκεί τον γέννησε η μητέρα του, τον τύλιξε στις φασκιές, πήρε μια πέτρα τής έβαλε ένα πανί, το έβαλε για μαξιλάρι. Η πέτρα είχε ένα εξόγκωμα και στο πίσω μέρος του κεφαλιού του δημιουργήθηκε μία ουλή, ένα βαθούλωμα. Μεγαλώνοντας έβαζα το δάχτυλό μου και έμπαινε μέσα. Η οικογένεια κατόρθωσε να φύγει και να έρθει στην Αθήνα.  Εγκαταστάθηκαν στο Βατραχονήσι, στον Ιλισό, δίπλα στο Παναθηναϊκό Στάδιο.  Πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του παντρεύτηκε άλλον άντρα από τα Γιάννενα.  Στα Γιάννενα που πήγαν γέννησε ένα άλλο αγόρι, έτσι τον θείο μου τον έκλεισαν στο ορφανοτροφείο. Εκεί μεγάλωσε και εκεί μορφώθηκε. Είχε κλήση στη μουσική, έπαιζε πολύ ωραίο φλάουτο και στη ζωγραφική.
Όταν ήρθε ο καιρός, κατατάχτηκε στο στρατό με την ιδιότητα του οδηγού. Του έδωσαν ένα φορτηγό της εποχής εκείνης με συμπαγή λάστιχα και η κίνηση του μοτέρ μετεδίδετο στους τροχούς με χοντρές αλυσίδες σαν αυτές των ποδηλάτων. Το 1916 το φόρτωσαν με στρατιώτες, επιβιβάστηκαν σε ένα πλοίο στον Πειραιά και ταξίδεψαν έως την Οδησσό για να ενισχύσουν τα στρατεύματα του Τσάρου που πολεμούσαν για να καταπνίξουν την επανάσταση των Μπολσεβίκων. Όταν έφτασαν εκεί, είχαν επικρατήσει οι Μπολσεβίκοι και με διαταγή που ήρθε, μπήκαν πάλι στο καράβι και ταξίδεψαν με προορισμό τη Σμύρνη, για να λάβουν μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση της Μικράς Ασίας. Έφτασε μέχρι το Σαγγάριο. Όταν οπισθοχώρησαν οι Έλληνες, λόγω δυσκολίας ανεφοδιασμού, έφτασε μέχρι τη Σμύρνη και μετά στην Αθήνα. Στην Αθήνα γνώρισε και παντρεύτηκε τη θεία μου. Ήταν πεπρωμένο του να παντρευτεί γυναίκα από τα μέρη που είχε πάει να ελευθερώσει.

Η γνωριμία με τον Βάρναλη
Με τις γνωριμίες που είχε η θεία μου -εργαζόταν στο σπίτι του στρατηγού Μίγδλερ- έπιασε δουλειά ως οδηγός στο μεγαλομέτοχο της Εμπορικής Τράπεζας Νικολόπουλο, σύχναζε στο Κολωνάκι, όπου είχε τα γραφεία ο εργοδότης του και εκεί γνωρίστηκε με τον Βάρναλη. Έγιναν στενοί φίλοι και συναντιόντουσαν πολύ συχνά στα ταβερνάκια της περιοχής. Πήγαινε και τους συναντούσε και ο πατέρας μου. Ο Βάρναλης του χάρισε το βιβλίο «Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ».
Τώρα ερχόταν ο Βάρναλης στο σπίτι μας. Η μητέρα μου συγύριζε το τραπέζι, έβαλε καθαρό τραπεζομάντιλο και σερβίτσια και ο πατέρας μου πήρε το τηλέφωνο και ειδοποίησε τους φίλους του. Το Γιώργο τον Ανδριανό, καθηγητή λογιστικών και διευθυντή λογιστηρίου της υαλουργίας του Μποδοσάκη. Τον Αντώνη τον Κουνέλα σύμβουλο στη διοίκηση της κοινότητος, τον Νικολή τον Γιώργατζη, τον πατέρα του Γιάννη  του Γιώργατζη του αντιδημάρχου. Το θείο μου το Θανάση, τον αδελφό της μητέρας μου. Η μητέρα μου ήρθε βρέφος από τη Μικρά Ασία. Ο πατέρας της έμεινε εκεί για να τους περιμένει να γυρίσουν και χάθηκε. Για πατέρα και προστάτη είχε τον αδερφό της, τον Θανάση τους, όπως έλεγε. Επί Μεταξά με ειδοποίησαν ότι τον Θανάση μας τον είχαν πάει στην Ασφάλεια. Έτρεξα να τον βρω. Τον είχαν σε ένα δωμάτιο μαζί με τον Καρέλη και τον Γκάσταγλη, καθισμένους απάνω σε κολώνες από πάγο. Ήταν μελανιασμένοι από το ξύλο και το κρύο.
Ήρθαν όλοι και σε λίγο ήρθε ο Βάρναλης με τον θείο μου και έναν άλλο κύριο. Ο Βάρναλης τους χαιρέτησε όλους δια χειραψίας, εγώ καθόμουν στην άκρη της βεράντας, ντράπηκα πολύ όταν ο Βάρναλης ήρθε προς τα εμένα για να με χαιρετήσει.  Σηκώθηκα αμέσως και τον χαιρέτησα. Κάθισα στο τραπέζι, η μητέρα μου έφερε φρέσκους μεζέδες και μια καράφα κρασί. «Μην κάνετε φασαρία για εμάς, μόλις σηκωθήκαμε από το τραπέζι», είπε ο Βάρναλης. Μόνο αν έχετε λίγο χαλβά από τη Σαρακοστή. Η μητέρα μου αμέσως πήγε και έφερε ένα κομμάτι χαλβά. Ο Βάρναλης τον έκοψε φέτες και ζήτησε κανέλα και λεμόνι. Έβαλε κανέλα πάνω στον χαλβά και έστυψε λεμόνι. Έκοψε ένα κομμάτι και το έφαγε. Ήπιε και μια γουλιά κρασί. Έδειξε ικανοποίηση και ήπιε το υπόλοιπο. «Είδες που σου έλεγα πως ο Φώτης έχει καλό κρασί;», του είπε ο θείος μου. «Μα, αυτό είναι υπέροχο», του είπε ο Βάρναλης και πράγματι το κρασί που έφτιαχνε ο πατέρας μου από το αμπέλι μας στο Μορτερό ήταν πολύ καλό. Με το χαλβά και το καλό κρασί έμειναν μέχρι το βράδυ συζητώντας. Τον ρωτούσαν για την πορεία του κομμουνισμού και πώς είδε τα πράγματα στη Μόσχα, όταν πήγε να παραλάβει το βραβείο Λένιν που του είχε απονεμηθεί.

306_barnalis_poem
Το ποίημα που αφιέρωσε ο Βάρναλης στο θείο μου

«Ο χρόνος δουλεύει για τον κομμουνισμό»
«Ο χρόνος δουλεύει για τον κομμουνισμό», είπε, εννοώντας ότι στο μέλλον όλα τα κράτη θα στραφούν προς τον κομμουνισμό για την σωτηρία τους.  Ίσως προέβλεπε την τραγική κατάληξη που έχει σήμερα ο καπιταλισμός. Δεν γνώριζε, ίσως, ότι τρία γεγονότα είναι απρόβλεπτα: η πρόγνωση του καιρού σε μάκρος χρόνου, η πρόγνωση του σεισμού, πού και πότε θα γίνει και η ιστορική πορεία μιας κοινωνίας. Πολλές φορές γύριζε και με κοιτούσε. Ίσως σκεπτόταν, «γιατί κάθεται αυτός ο νέος και μας παρακολουθεί;». Ίσως τον ευχαριστούσε που με έβλεπε και τους άκουγα. Έφυγαν.  Την άλλη μέρα ήταν από τις λιγοστές φορές που συζήτησα με τον πατέρα μου.  Ο πατέρας μου δεν έλεγε πολλά, ήταν πάντα σιωπηλός, είχε τον τρόπο, όμως, με τη σιωπή του να μου μεταφέρει τη συμβουλή του, τη γνώμη του και να μου επιβάλει τη θέλησή του. Εκ των προτέρων ήξερα, εάν αυτό που κάνω, το εγκρίνει, εάν έκανα κάτι αντίθετο δεν θύμωνε, δεν εκνευριζόταν, δεν με μάλωνε, μου έλεγε με σοβαρότητα, αυτό που έκανες ήταν λάθος και μου εξηγούσε το λόγο. Ήταν πάντα δίπλα μου και τον αισθάνομαι δίπλα μου ακόμα.
«Είδες τι είπε ο Βάρναλης», μου είπε. «Ότι το βλέμμα όλων στη Σοβιετική Ένωση είναι στραμμένο προς τους νέους, για τι οι νέοι είναι εκείνοι που θα συντελέσουν στην πρόοδο της κοινωνίας τους και θα διαδώσουν τον κομμουνισμό σε όλον τον κόσμο». Δυστυχώς απέτυχε. Αλλά και στη δική μας κοινωνία που έχει στραμμένη τα νότα της προς του νέους, μοιάζουμε σαν το δημιουργό που πριν καλά-καλά τελειώσει τη δημιουργία του, τη βλέπει, τη φτύνει και την πετροβολά και ας ξέρει ότι μέσα της είναι η ίδια του η ψυχή του. Φοβάται να ακολουθήσει τους νέους που ζητούν ευκαιρία για δημιουργία, για αγώνα, για προκοπή και πρόοδο. Φοβόμαστε μην τους ακολουθήσουμε και χάσουμε τη βολή μας, την ησυχία μας, αλλά βολεμένοι από τις πολυθρόνες μας μπρος στην τηλεόραση, δεν πρόκειται ποτέ να βρούμε προκοπή ούτε και πρόοδο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.