«Εγώ δεν ξεχνάω και πονάω μαζί μ΄ αυτούς
που ακόμα ελπίζουν,
γιατί όλα αυτά είναι θυσία σε βρώμικο βωμό»

ACTIVE MEMBER, ΕΙΝΑΙ ΘΥΣΙΑ

«Κυρ- Σίμο, είσαι κάτω;»
Σιωπή. Σε λίγα δευτερόλεπτα, από το σκοτεινό αμπάρι του πλοίου ακούστηκε μια απόμακρη φωνή.
Ναι. Κατέβα».
Η σκάλα γλυστρούσε. Στα χερούλια ήταν περασμένο ένα σκοινί, για αντίσταση.
Είμαι στον πάτο ενός παροπλισμένου καραβιού, μεσημέρι στο Πέραμα. Εδώ κάτω, το φώς είναι άρρωστο. Μόλις που φαίνεται κάποιος τοίχος, κι αυτός λειψός. Αυτό που πατάω, είναι άμμος ζεστή. Παίρνω μισές ανάσες. Η μυρωδιά του πλοίου είναι βαριά. Δεν είναι θάλασσα, ούτε αρμύρα. Είναι σκουριά, απουσία, παρελθόν αβάσταχτο. Εδώ κάτω, η σιωπή είναι μαχαιριά. Δεν υπάρχει κίνηση, ούτε ζωή. Γιαυτό και η μυρωδιά με ζαλίζει. Αυτό το χρώμα έχει λοιπόν η εγκατάλειψη; Αυτή είναι η οσμή της;
Από το σκοτεινό βάθος, με αργά βήματα έρχεται ένας άνθρωπος. Στέκεται μπροστά μου. Το πρόσωπό του εντελώς σκούρο από τη δουλειά. Στους ώμους του, δύο λευκές γραμμές φωσφόριζαν. Με κοιτούσε ανέκφραστος. Σαν ξωτικό, φερμένο από μια γή που ασφυκτιούσε. Μια ύπαρξη αποκάλυψης, σ? ένα τόπο που μοιάζει με εσχατιά. Νοιώθεις πως εδώ, κάτι τελειώνει. Στην επόμενη στιγμή, στο επόμενο βήμα. Μια διαρκής απειλή, από μια άγνωστη δύναμη που σε παρακολουθεί.
«Πάμε πάνω» μου λέει.
Οταν φτάσαμε έξω, ζαλίστηκα τόσο που το στομάχι μου έβγαλε αέρα και οι πνεύμονες ταρακουνήθηκαν. Τότε κατάλαβα γιατί ο άνθρωπος αυτός μου είπε όταν πάω εκεί, να είμαι νηστικός.
«Αυτό γίνεται χρόνια. Εδώ ζούμε». Οταν ηρέμησα λίγο, μου είπε να τον περιμένω να καθαριστεί. Δεν θ? αργούσε.
Από μπροστά μου περνούσαν οι λιγοστοί εργάτες της Ζώνης. Αποκαμωμένοι, κουρασμένοι, με το τσιγάρο στα χείλη. Στα φευγαλέα τους βλέμματα έβλεπα την απελπισία. Στα μαύρα τους χέρια, κρατούσαν ένα μπουκάλι γάλα. Κανείς δεν μιλούσε. Ιχνος χαράς. Προχωρούσαν, και κάποια γωνιά τους κατάπινε. Καθώς τους κοιτούσα να χάνονται, δεν καταλάβαινα εάν ο χρόνος προχωρούσε ή είχε σταματήσει. Ποιά ζωή είναι εδώ; Ποιός ουρανός κοιτάζει αυτούς τους ανθρώπους;
Ο κυρ-Σίμος στεκόταν δίπλα μου. Τα ανοιχτά καφέ του μάτια με περιεργάστηκαν. «Πάμε. Εχουμε δρόμο».
Ξανοιχτήκαμε προς τη λεωφόρο Δημοκρατίας.
«Είμαι εδώ, πάνω από 15 χρόνια. Η κανονική μου δουλειά είναι αμμοβολιστής. Τώρα τελευταία με στείλανε εκεί που με βρήκες. Αυτό το πλοίο πρέπει να ξαναβγεί στη θάλασσα. Μας έχουν στριμώξει άγρια να το καθαρίσουμε. Αυτή είναι η λάντζα, αν έχεις ακουστά. Ολη μέρα, με βάρδιες. Είμαστε λίγοι, αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Ματσακόνι, βάψιμο, αμμοβολή, με μικρά διαλείμματα. Ασφάλεια; Ελάχιστη. Αναγνώριση; Καμμιά. Ενα νούμερο έχεις στη φόρμα σου. Μόνο με αυτό σε ξέρουν. Σε λίγο θα ξεχάσω και πως με βαφτίσανε».
Είμαι 65 χρονών μου λέει και με προλαβαίνει. Σύντομα θα πάρω σύνταξη. Δεν ξέρω αν προλάβω όμως. Ο ένας μου πνεύμονας έχει χαλάσει. Με το ζόρι αναπνέω. Η ανάσα μου μυρίζει άμμο. Όχι αέρα η κάτι άλλο. Αμμο! Το καταλαβαίνεις; Και δε καπνίζω. Στην ένωση είμαστε κοντά 3000 μέλη. Ζήτημα να πρόλαβαν τη σύνταξη 10 άνθρωποι. Οι άλλοι χάθηκαν. Ποιός νοιάζεται όμως;»
Στεκόμαστε μπροστά στο δημοτικό στάδιο του Περάματος. Κάτι παιδιά παίζανε μέσα, ανέμελα, ανυποψίαστα. Κυνηγούσαν μια μπάλα, μια νίκη, ένα όνειρο.
«Αυτά είναι το μέλλον. Κοίτα τα πως τρέχουν!» Ακουμπάει το κεφάλι του στα κάγκελα. «Τί παρόν τους φτιάξαμε όμως; Ενα παρόν λεφτών, κλεψιάς, τσόντας και αρπαχτής; Αυτά τί φταίνε; Αραγε θα μας συγχωρέσουν;»
Τα μάτια του είναι πικραμένα. Βαριά.
Προχωρούμε προς την οδό Ελευθερίας.
«Αυτό που γίνεται εδώ είναι απάνθρωπο. Το 2008 είδα συναδέλφους να καίγονται μέσα σε λίγα λεπτά. Δεν άλλαξε τίποτα. Και το νερό που πίνουμε, είναι βρώμικο. Πέρασαν χούντες, καλοθρεμμένοι πολιτικοί, ψεύτες δήμαρχοι, άχρηστοι σύμβουλοι. Εγώ τους δίνω δουλειά, εσείς υποσχέσεις. Εσάς ψήφισαν, όχι εμένα, έλεγε στους πολιτικούς ο εφοπλιστής. Και όλοι καθόντουσαν σούζα».
Ο κυρ-Σίμος μιλάει βαριά. Οι λέξεις του βγαίνουν δύσκολα. Σαν μωρά που δυσκολεύονται να γεννηθούν. Σαν πληγές που πονάνε άσχημα, και δεν κλείνουν ή κλείνουν με άλλο πόνο. Πιό βαρύ.
Στην οδό Ελευθερίας, στεκόμαστε μπροστά σε μια μικρή ταβέρνα. «Το κρασί δικό μου» λέει. Ενας νεαρός μας πλησιάζει. «Θείε!» φωνάζει στον κυρ-Σίμο. Εχει χτυπημένο το αριστερό του μάτι. «Γιατί;» τον ρωτάει ο κυρ-Σίμος. Εκείνος δεν μιλάει. Του ψιθυρίζει κάτι στ? αυτί. Ο κυρ-Σίμος κουνάει το κεφάλι του. «Πρόσεχε» του λέει, καθώς το παιδί φεύγει. «Καυγάδισε για μια γυναίκα. Ντόμπρο παιδί. Σαν αυτό που δεν είχα ποτέ».
Κάτσαμε σε ένα γωνιακό τραπέζι. Κόκκινο κρασί. Σαλάτα. Ψωμί ζυμωτό. Γυάλινα ποτήρια. «Να? σαι καλά που με θυμήθηκες» μου λέει.
Στον απέναντι τοίχο, βλέπω μια αφίσα των ACTIVE MEMBER.
«Εδώ μένουν» μου λέει. Οταν τραγούδησαν το «ΕΙΝΑΙ ΘΥΣΙΑ», όλο το Πέραμα τραντάχτηκε. Αξια παιδιά. Πονεμένα.»
Από ένα ραδιόφωνο πάνω από τα κεφάλια μας ακούγεται η γνωστή διαφήμιση: RESPECT.
Πίναμε αμίλητοι. Είμασταν δύο γενιές που συναντήθηκαν. Σ? ένα παρόν χλωμό. Αυτές οι γειτονιές είναι βαρίδι στην καρδιά. Ενα άλλο φώς, περήφανο, λυτρωτικό. Αγιασμένο από την πληγωμένη θάλασσα.
Νύχτωσε. Φτάσαμε στην οδό Νίκης. Εδώ οι δρόμοι μας άλλαζαν.
Ο κυρ-Σίμος με κοίταξε στα μάτια.
«Ο δρόμος που θα διαλέξεις, ας είναι δικός σου, κι όχι δανεικός. Δανεική ζωή, είναι ανύπαρκτη ζωή. Καλή σου νύχτα και καλό Πάσχα».
«Καλό Πάσχα κυρ-Σίμο. Σ? ευχαριστώ».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.