domvros_apostolos1

του ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΔΟΜΒΡΟΥ

Όσο περνούσαν τα χρόνια ο γεωγραφικός μου ορίζοντας όλο και απομακρυνόταν από μένα, που ήμουν το κέντρο του νοητού κύκλου του.
Στην αρχή τέλειωνε στην άκρη της Αττικής. Συγκεκριμένα μέχρι το νησί Αγκίστρι έξω από την Αίγινα. Ύστερα έφτασε μέχρι τον Έβρο, που ήτανε και τα σύνορα της Ελλάδας. Μετά από χρόνια ο ορίζοντας μου κάλυψε τον παγκόσμιο χάρτη όταν άρχισαν τα μεγάλα ταξίδια μου, επαγγελματικά και τουριστικά. Δεν μπορώ να πω ότι ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο, εδώ την Ελλάδα δεν γνωρίζουμε καλά-καλά, αλλά βρέθηκα σε όλες τις ηπείρους και είδα και γνώρισα πολλά.
Κορωνίδα των ταξιδιών μου ήταν το πάτημα στον γεωγραφικό Βόρειο Πόλο με ρωσικό πυρηνοκίνητο παγοθραυστικό. Μετά από πολλά ταξίδια ανακαλύψαμε με τη γυναίκα μου την Κένυα, που μας γοήτευσε. Αγοράσαμε στην παραλία του Ινδικού ένα σπιτάκι, περνάμε εκεί τους μήνες του ευρωπαϊκού χειμώνα και βοηθάμε φτωχά κενυατόπουλα να σπουδάσουν, μέσω της Ελληνικής Επιτροπής, που ιδρύσαμε.
Έτσι καταλάγιασε μέσα μου το πάθος για ταξίδια σε χώρες μακρινές και άγνωστες και για γνωριμία με ανθρώπους άλλου χρώματος και άλλων εθίμων.
Ακόμα και το ταξιδιωτικό μου όνειρο για τον εξωτικό Νότιο Ειρηνικό, καλύφθηκε από την Κένυα με τις κάτασπρες αμμουδιές, τις κοκοφοινικιές, που γέρνουν στην θάλασσα και τους πρόσχαρους και ευγενείς ιθαγενείς.
Ησύχασε και η γυναίκα μου, η κυρά-Ινγκριτ, που παραπονιόταν, ότι παντρεύτηκε έναν Οδυσσέα, που δεν σταματούσε να οργανώνει μακρινά ταξίδια.
Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο Αριστέας ο Προικοννήσιος, ο προπάππος μου.
Ο Αριστέας, που όπως λέει και το όνομα του καταγόταν από την Προικόννησο, το νησί Μαρμαράς της Προποντίδας, απ’ όπου και η οικογένεια μου.
Ήταν ποιητής των Κλασικών χρόνων και εξερευνητής. Είναι πρόσωπο λίγο μυθολογικό, έζησε δυο φορές, και ταξίδεψε στη Σκιθία και στον αρκτικό βορρά.
Πριν 15 χρόνια όταν ήμουν πρόεδρος του Προικοννησιακού Συνδέσμου και μια καπετανοκόρη που η οικογένεια της καταγόταν, όπως και η δική μου από το ίδιο χωριό, την Αφθονη του Μαρμαρά, τελείως τυχαία μου είπε, ότι ο πατέρας της ο καπετάν Νικόλας ο Νταντίκος, βρέθηκε προπολεμικά με το βαπόρι του στο Βλαδιβοστόκ και ότι εκεί ανακάλυψε το άγαλμα του Αριστέα του Προικοννησίου.
Αυτό ήταν!
Μέσα μου άναψε μια σφοδρή επιθυμία, να πάω στο Βλαδιβοστόκ να βρω το άγαλμα του προπάππου μου του Αριστέα, να χαϊδέψω το μπρούτζινο χέρι του και με περηφάνια να εξηγήσω στους Ρώσους, τους Μογγόλους και τους Κινέζους γύρω μου, ότι είμαι απόγονος αυτού του Αριστέα, που άφησε την Προποντίδα, τον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο και έφτασε στις εσχατιές της ρούσικης Σιβηρίας, έτσι από αγάπη στο ταξίδι κι από πυρετό και λαχτάρα προς τη γνώση.
Έτσι πριν ένα μήνα, παρά τις αντιρρήσεις της κυρά-Ινγκριτ, αποφασίστηκε το ταξίδι στο μακρινό Βλαδιβοστόκ στην άκρη της απέραντης Σιβηρίας, στο τέρμα της αχανούς Ρωσίας στις ακτές του Ειρηνικού, που ακουμπά την Κορέα, την Κίνα και αγναντεύει από κει την χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, την Ιαπωνία.
Από την Μόσχα κάπου εννιά ώρες με το μεγαλύτερο αιρ-μπας που κατασκευάστηκε ποτέ και με επτά ζώνες αλλαγής ώρας είναι το Βλαδιβοστόκ.
Η Σιβηρία είναι απέραντη και η απεραντοσύνη της γίνεται ακόμα πιο αισθητή από το ύψος των ένδεκα χιλιάδων μέτρων που πετούν τα επιβατικά μεγαθήρια. Σκοτεινά δάση, ποτάμια που τραβάνε κατά τον βοριά (όλα τα ποτάμια στη Σιβηρία χύνονται στον Βόρειο Παγωμένο Ωκεανό) και σπάνια κάποιο χωριουδάκι.
Το αεροδρόμιο του Βλαδιβοστόκ στη μέση του τίποτα. Απέχει από την πόλη και τη θάλασσα κάπου σαράντα χιλιόμετρα.
Στην παραλαβή των αποσκευών χάος και συνωστισμός. Μια αίθουσα γεμάτη Μογγόλους, Κινέζους και κατάξανθους Ρώσους σε μικρότερο αριθμό.
«Γι’ αυτό και οι Ρώσοι, σκέφτηκα, στήσανε στην άκρη του κόσμου, ανάμεσα στην κίτρινη πλημμύρα, το άγαλμα του Ευρωπαίου συμπατριώτη μου, για να τονίσουν την παρουσία της λευκής φυλής από τα πανάρχαια χρόνια».
Ο αυτοκινητόδρομος διέσχιζε δάση από λεύκες μέχρι που κάποτε φάνηκε η θάλασσα και το Φιόρδ του Βλαδιβοστόκ με τις καμινάδες των εργοστασίων του που καπνίζουνε αρειμάνια . Όπως κατέβασα απ’ τα ίντερνετ, η πόλη αυτή των οκτακοσίων χιλιάδων κατοίκων πρέπει να έχει μια από τις πιο βεβαρημένες ατμόσφαιρες του κόσμου.
Το Φιόρδ του Βλαδιβοστόκ μοιάζει με τον Κεράτιο της Κωνσταντινούπολης. Η πόλη είναι αμφιθεατρικά χτισμένη στους γύρω λόφους, που στα πόδια τους απλώνεται το λιμάνι με τον ναύσταθμο του πολεμικού ναυτικού. Γι’ αυτό και στα χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης στο Βλαδιβοστόκ δεν επιτρέπονταν να μπουν ξένοι.
Τώρα με την νέα εποχή της Τσαρικής Ρωσίας τα πάντα είναι ελεύθερα να τα φωτογραφίσεις, οι πυραυλάκατοι μέχρι και τα ατομικά υποβρύχια.
Στο λιμάνι στην πλατεία με το μπρούτζινο σύμπλεγμα των ηρώων, ήταν στημένη μία εξέδρα, που πάνω της μια ορχήστρα ξεκούφαινε τους περαστικούς με αμερικάνικη ροκ μουσική.
Η θερμοκρασία τη μέρα εκείνη ήτανε είκοσι επτά βαθμοί και οι κοπέλες κυκλοφορούσαν ημίγυμνες με ψιλά τακούνια και όλα στη φόρα.
Στις επόμενες ημέρες το μετεωρολογικό προέβλεπε βροχή και δέκα πέντε βαθμούς, οπότε σήμερα ήτανε ευκαιρία τα κορίτσια να δείξουνε ό,τι καλό έχουνε.
Από το ξενοδοχείο μας, το κορεάτικο «ΗΥUNDAI», άρχισε η αναζήτηση του αγάλματος του Αριστέα
Η συμπαθητική ρεσεψιονίστρια με τα σχιστά κινέζικα μάτια, που κατ’ εξαίρεση μιλούσε εγγλέζικα, δεν είχε ξανακούσει τίποτα για το άγαλμα αυτό. Της έταξα χίλια ρούβλια (250 Ευρώ) αν μάθαινε που βρίσκεται ο προπάππος μου.
Φτάσαμε Σάββατο και θα φεύγαμε Δευτέρα. Χρόνος αρκετός για να βρούμε το στέκι του Αριστέα.
Στο μυαλό μου είχα σχηματίσει κιόλας την εικόνα του. Θα είχε κοντά γένια και θα φορούσε ναυτικό σκούφο, όπως ο Οδυσσέας στο άγαλμα της Ιθάκης.
Ο Αριστέας μπορεί να ήταν ποιητής, αλλά ήτανε κυρίως ταξιδευτής, ναυτικός. Σίγουρα θα έφτασε εδώ από τη θάλασσα, γιατί ήτανε νησιώτης από την Προικόννησο, το νησί μας, τον Μαρμαρά. Θα κράταγε με το ένα χέρι το διάκι και με το άλλο θα έριχνε σκιά στα μάτια του για να παρατηρήσει την ξηρά, που άρχισε να αχνοφαίνεται εμπρός του.
Το εσωτερικό μας ρολόι με τη διαφορά των επτά ωρών από την Μόσχα είχε χάσει τη τάξη του.
Αποκαμωμένοι απ’ το μακρύ αεροπορικό ταξίδι νωρίς μετά το μεσημέρι πέσαμε να κοιμηθούμε. Ξυπνήσαμε νυχτιάτικα, ακόμα με ώρα Μόσχας.
Την άλλη μέρα πρωί-πρωί για ώρα Βλαδιβοστόκ πήραμε σβάρνα τα μουσεία.
Το ιστορικό, το εθνολογικό, την πινακοθήκη. Ρωτούσαμε τους ταξιτζήδες με γλωσσικές ακροβασίες και χειρονομίες κωφαλάλων. Τίποτα. Ο Αριστέας άφαντος. Κανείς δεν ήξερε κάτι για το άγαλμα του. Σκέφτηκα μήπως τον περάσανε για τον Στάλιν και τον ξηλώσανε; Μήπως λειώσανε το μπρούντζο του και φτιάξανε ξανά τον Ρωμανώφ, τον τελευταίο Τσάρο;
Περπατώντας και φεύγοντας απ’ την παραλία ανεβήκαμε σε λόφους. Ψάχναμε για τον Αριστέα και δεν προσέχαμε την πόλη. Το Βλαδιβοστόκ δεν μας ενδιέφερε. Εμείς για να βρούμε τον Αριοτέα ήρθαμε.
Οι δυο μέρες μας στο Βλαδιβοστόκ έπεσαν Σαββατοκύριακο. Τα πάντα κλειστά.
Η Τουριστική Υπηρεσία, ο Δήμος, το πολιτιστικό κέντρο. Οι ταξιτζήδες τίποτα από εγγλέζικα και ξένες γλώσσες. Το όνομα Αριστέας δεν ξύπνησε καμιά αντίδραση σε όσους ρωτήσαμε, που έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνανε τι τους ρωτούσαμε. Ο Αριστέας πουθενά στο Βλαδιβοστόκ. Ούτε στο λιμάνι, ούτε στον σταθμό του τρένου, ούτε στους γύρω λόφους. Στις παρυφές των δρόμων να περνάνε ξυστά τα αυτοκίνητα. Το μόνο που πρόσεξα ήταν τα τιμόνια τους, όλα στη δεξιά μεριά, γιατί εισάγονται από την κοντινή Ιαπωνία και οι Ιάπωνες ταξιδεύουν όπως και οι Άγγλοι στην αριστερή μεριά του δρόμου. Επίσης πολλά αυτοκίνητα είχαν ραγισμένα παρμπρίζ. «Ο βαρύς χειμώνας», σκέφτηκα.
Έτσι έχοντας στο νου μας τον Αριστέα λίγα είδαμε από το Βλαδιβοστόκ.
Την τελευταία μέρα το απόγευμα φτάσαμε στον σταθμό, τον ανατολικότερο της Ρωσίας και της Ασίας, εφτά ώρες νωρίτερα, γιατί ξεχάσαμε ότι τα δρομολόγια των τρένων στη Ρωσία καταγράφονται με ώρα Μόσχας, που είναι εφτά ώρες νωρίτερα από την ώρα του Βλαδιβοστόκ.
Έτσι γυρίσαμε πίσω στο ξενοδοχείο, γιατί εφτά ώρες στην αίθουσα αναμονής του σταθμού του Βλαδιβοστόκ θα ήταν το κερασάκι στην τούρτα της ατυχίας μας.
Τέλος επιστρέψαμε και είδαμε και πάθαμε να βρούμε την πλατφόρμα του τραίνου μας για την Μόσχα. Μια γερή βροχή μας μούσκεψε και φτάσαμε τελικά στο κουπέ μας καραβοτσακισμένοι. Ο υπερσιβηρικός συρμός μας άρχισε να γλιστρά στις ράγες χωρίς καμιά αναγγελία από μεγάφωνο. Έτσι γίνεται στους ρούσικους σταθμούς. Τα τραίνα φτάνουν και φεύγουν μουγκά. Τίποτα δεν μαρτυρά την άφιξη και την αναχώρηση τους.
Στο στενόχωρο κουπέ μας, καθώς στο σκοτάδι ξεχώριζαν οι άσπροι κορμοί από τις λυγερές λεύκες, που ήταν φυτεμένες δεξιά κι αριστερά σχεδόν σε όλη την διαδρομή των εννιά χιλιάδων χιλιομέτρων μέχρι τη Μόσχα (εφτά μέρες ταξίδι) το ηθικό μου ήταν πεσμένο μέχρι που σε λίγο, όταν ηρέμησα μια σκέψη με παρηγόρησε.
Οι στίχοι του ποιητή σε παράφραση:
«Ο Αριστέας σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξίδι, κι αν φτωχό το βρήκες, το Βλαδιβοστόκ δεν σε γέλασε».


ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.