Ο παπλωματάς

Ο κυρ-Ανάστασης ήταν ο μοναδικός παπλωματάς της Νέας Ερυθραίας. Ίσως να ήτανε ο μοναδικός παπλωματάς των βόρειων προαστίων της Αθήνας.
Το επάγγελμα του απαιτούσε τέχνη περισσή. Η κατασκευή του παπλώματος ήταν δύσκολη και απαιτούσε μεγάλη πείρα.
Τότε, μιλάμε για την προπολεμική εποχή και για την αμέσως μετά, το πάπλωμα ήταν βασικό στον εξοπλισμό ενός νοικοκυριού και σπουδαίο κομμάτι της προίκας μιας κοπέλας.
Σήμερα τα παπλώματα έπαψαν σχεδόν να υπάρχουν και αντικαταστάθηκαν από τις κουβέρτες με διάφορα πάχη και ποιότητες.
Την εποχή των παιδικών μου χρόνων όμως, το πάπλωμα ήταν απαραίτητο τους χειμώνες, αποτελούσε και διακοσμητικό στοιχείο καλύπτοντας τα συζυγικά κρεβάτια.
Το εσωτερικό γέμισμα ήταν βαμβάκι ή μαλλί, που το κάλυπτε το καπλαντίκι από ατλάζι ή μεταξωτό πανί, ανάλογα με την προίκα της νιόπαντρης. Η επιφάνεια του είχε περίτεχνα σχέδια με βελονιές, που χαρακτήριζαν την μαστοριά του παπλωματά και την ποιότητα της δουλειάς του.
Οι παπλωματάδες ήτανε συνήθως ανατολίτες, καραμανλήδες ή πόντιοι. Από το επίθετο του κυρ-Αναστάση, Τσιλφίδης, επαληθεύεται αυτή η άποψη. Κύρια εργαλεία τους ήταν ένα μεγάλο τόξο με ισχυρή μοναδική χορδή, σαν άρπα, κι ένα βαρύ ξυλόσφυρο. Μ΄ αυτό βάραγε την χορδή, αφού την έχωνε μέσα στο μαλλί ή στο βαμβάκι και με τις ισχυρές παλμικές κινήσεις, που προκαλούσαν τα χτυπήματα με το ξυλόσφυρο, το μαλλί ή το βαμβάκι φούντωνε και γινόταν αφράτο.
Έτσι εύκολα μπορούσε να απλωθεί ανάμεσα στο πανωσέντονο και το κατωσέντονο με μια μακριά σακοράφα να περιτριγυριστεί και να γίνουν και τα διάφορα σχέδια με καπλαντοβελονιά. Ψαλίδια, υφάσματα και κλωστές, συμπλήρωναν τα χρειαζούμενα για τη δουλεία του.
Εμείς τα παιδιά μαζευόμασταν γύρω του, όταν εργαζόταν και παρακολουθούσαμε, κυριολεκτικά ρουφούσαμε, τα τεκταινόμενα.
Ο κυρ-Αναστάσης γύριζε τις γειτουνιές διαλαλώντας το επάγγελμα του και επί τόπου έπαιρνε δουλείες.
Τις περισσότερες φορές οι νοικοκυρές του ανέθεταν να αναπουπουλίασει παλιά παπλώματα, που είχαν κατσιάσει από την χρήση. Παραγγελίες για καινούργια δίνοντας μόνο σε περίπτωση προίκας. Τότε› ο κόσμος ήταν φτωχός και η οικονομία βασίλευε στα νοικοκυριά.
Ο κυρ-Αναστάσης είχε κι έναν αδελφό, πάλι παπλωματά, που ήταν εγκατεστημένος στη Μακεδονία και λόγο του εμφύλιου κατέβηκε στην Ερυθραία.
Είχε και δύο αγόρια τον μεγάλο τον Γιάννη και τον μικρότερο τον Μίμη, την Μαμή όπως ήτανε το παρατσούκλι του. Κανένας από τους γιους δεν έγινε παπλωματάς. Σιγά-σιγά το χρήσιμο αυτό επάγγελμα εξαφανίστηκε, το απορρόφησαν οι βιομηχανίες και μεγάλες βιοτεχνίες, και το πάπλωμα αντικαταστάθηκε από άλλων ειδών κλινοσκεπάσματα. Σιγά-σιγά τα ωραία ατλαζένια παπλώματα καταλήγουν με κάποια λαογραφικά μουσεία, για να μαρτυρούν μια εποχή που έφυγε ανεπιστρεπτί.

Τα μενού της κατοχής

Στην κατοχή ό,τι δεν έβλαπτε τρωγότανε. Υπήρχε τέτοια έλλειψη τροφίμων, που τα μυαλά των πεινασμένων εφεύρισκαν τα πιο απίθανα πράγματα, προκειμένου να κορεσθεί η πείνα, την οποία προκαλούσε το γεγονός, ότι τα στρατεύματα κατοχής, οι Γερμανοί, οι Ιταλοί και οι Βούλγαροι, έστελναν τα ελληνικά τρόφιμα στις χώρες τους και οι Έλληνες λιμοκτονούσαν.
Ώσπου να αρχίσει ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός να στέλνει τρόφιμα και να δημιουργηθούν τα πρώτα συσσίτια. Χιλιάδες άνθρωποι κυρίως στην πρωτεύουσα πέθαναν από την πείνα.
Έτσι το μυαλό του Έλληνα άρχισε να δουλεύει και να αξιοποιεί κάθε θερμίδα που έβγαινε από τα πιο απίθανα «τρόφιμα».
Θα προσπαθήσω να αναφέρω όσα μπορώ να θυμηθώ. Κατ› αρχήν τα χόρτα. Τα άγρια χόρτα, που βγαίνανε στα χωράφια, στις παρυφές των εξοχικών δρόμων και στις αυλές. Τα ραδίκια, οι ζοχοί, οι δαχτυλήθρες, οι μολόχες ακόμα και οι τσουκνίδες, βρασμένα με λίγο λάδι ή με λίγο ξύδι ή με λίγο αλάτι, τρώγονταν. Σκέτα χωρίς λάδι προκαλούσαν αβιταμίνωση, οι κοιλιές πρήζονταν και αν συνεχίζονταν επί μακρόν η «δίαιτα» αυτή οι άνθρωποι αδυνάτιζαν και πέθαιναν. Τρώγονταν και όλων των ειδών οι σπόροι. Οι χαρουπόσποροι από τα χαρούπια. Οι σκουπόσποροι από το λίγο κεχρί που υπήρχε στις σκούπες. Το στάρι χοντροκοβόταν και γίνονταν πλιγούρι που εθεωρείτο και είναι άριστη τροφή. Εμείς τα παιδιά τρώγαμε και τους πυράκανθους.
Όταν αργότερα άρχισαν να έρχονται τρόφιμα από τον Ερυθρό Σταυρό, επικράτησε η «σούπα του μπακάλη». Ήταν μια σκόνη που βράζονταν στο νερό και έδινε μια σούπα με σταχτί χρώμα και άθλια γεύση.
Έρχονταν και διάφορα όσπρια, φασόλια, ρεβίθια, κουκιά που ήταν γεμάτα μαμούνια. Έτσι όταν βράζονταν έδιναν και πρωτεΐνες. Αυτά έρχονταν μ΄ ένα τούρκικο καράβι, το «κουρτουλούς» (Η Τουρκία τότε ήταν ουδέτερη και έτσι ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, που έδρευε στην Ελβετία, αξιοποιούσε την ουδετερότητα της για αποστολές τροφίμων).
Θυμάμαι η μητέρα μου άλεθε κάτι μαυρομάτικα φασόλια, έφτιαχνε ένα σταχτί πηχτό χυλό, ο οποίος γινόταν στερεά κρέμα. Ήταν η μόνη στην οικογένεια μας, που μπορούσε και τον έτρωγε.
Το ψωμί φτιαχνόταν από καλαμποκάλευρο, την γνωστή μπομπότα και μοιραζόταν με δελτίο, από τους φούρνους του Αναγνώστου, το Καλύβα και τα δύο πρατήρια του Δατσέρη και του Πατράνη.
Ο υποσιτισμός αυτός είχε και ένα καλό. Καταπολέμησε τον διαβήτη. Στην Αθήνα δεν υπήρχαν διαβητικοί, ούτε για μαθήματα στην Ιατρική του Πανεπιστημίου.
Τα χωριά της επαρχίας με την γεωργική τους παραγωγή γλίτωσαν από την πείνα και αρκετοί πλούτισαν αισχροκερδώντας στο εμπόριο των τροφίμων, οι γνωστοί «μαυραγορίτες». Γνωστή είναι η ευχή των μαυραγοριτών «αγάντα Ρόμελ». Παρακαλούσαν να μη χάσει ο Ρόμελ και το γερμανικό Άφρικα Κορπ, ώστε οι τιμές των τροφίμων να εξακολουθούν να ανεβαίνουν κι αυτοί να κερδίζουν περισσότερα. Την εποχή αυτή πουλήθηκαν στην Αθήνα ολόκληρα σπίτια για ένα τενεκέ λάδι. Το λάδι τότε ήταν χρυσάφι.
Η πείνα άφησε κι ένα κουσούρι στην ελληνική κοινωνία. Είναι οι χονδροί Έλληνες και τα υπέρβαρα παιδιά. Οι γιαγιάδες που στην κατοχή πεινάσανε, κυνηγάνε τα εγγόνια τους στο παιχνίδι να τα ταΐσουνε κι ας είναι χορτάτα.

___________

(*) Τα «Ερυθραιώτικα» είναι συλλογή διηγημάτων – αναμνήσεων από τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στη Νέα Ερυθραία. Κυκλοφόρησε το 1985 και επανεκδόθηκε το 2009 από το Πνευματικό Κέντρο Νέας Ερυθραίας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.