Ο συνθέτης που απέδειξε την αρμονική συνύπαρξη της κλασικής με τη λαϊκή μουσική ζει και δημιουργεί σήμερα  στη Νέα Ερυθραία

331_polikandriotis
Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης στο στούντιο, στο σπίτι του στη Νέα Ερυθραία


Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης, γιος του λαϊκού δάσκαλου Θεόδωρου Πολυκανδριώτη, έκανε τα πρώτα του μουσικά βήματα από τις δυτικές συνοικίες της Αθήνας τη δεκαετία του 60 και στα χρόνια που ακολούθησαν συμμετείχε στο 90% της ελληνικής δισκογραφίας. Αναγνωρίσθηκε ως ένας από τους καλύτερους εκτελεστές στο μπουζούκι με σπουδαίες συνεργασίες και πρώτες εκτελέσεις με συνθέτες, όπως ο Καλδάρας, ο Μικρούτσικος, ο Σαββόπουλος, ο Λοΐζος κ.α. Ακολούθησε το κάλεσμα του Μάνου Χατζιδάκι και ως σολίστας συνεργάστηκε μαζί του. Παράλληλα συνεργάσθηκε με όλους τους μεγάλους τραγουδιστές της εγχώριας σκηνής. Το συνθετικό του έργο συνεχίζεται μέχρι σήμερα με περισσότερα από 1.000 τραγούδια. Οι μουσικές του αναζητήσεις όμως δεν περιορίστηκαν μόνο σε λαϊκά μονοπάτια. Είχε πολυετή συνεργασία με Ούγγρους μουσικούς και τον Οκτώβριο του 1993 εμφανίστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την Hungarian Gypsy Orchestra, ερμηνεύοντας δικές του συνθέσεις και σηματοδοτώντας έτσι ένα νέο ξεκίνημα στην καριέρα του. Το 1995 ηχογράφησε στην Βουδαπέστη 11 από τους 21 χορούς του Brahms με τη Failoni Orchestra of the Hungarian State Opera και ένα χρόνο αργότερα το όνειρο της σύνθεσης ενός κονσέρτου για μπουζούκι και ορχήστρα έγινε πραγματικότητα στο Θέατρο Ηρώδου του Αττικού σε μια συναυλία με την Κρατική Συμφωνική Ορχήστρα της Όπερας της Βουδαπέστης.
Ο ίδιος έχει εκδώσει δυο βιβλία, προσπαθώντας να καλύψει ένα κενό στην ελληνική μουσική βιβλιογραφία, ενώ από το 2001 διδάσκει στην ανώτατη εκπαίδευση. Από το ακαδημαϊκό έτος 2005 είναι ειδικός επιστήμονας στη βαθμίδα του Λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Το 2003 ίδρυσε τον καλλιτεχνικό μουσικό σύλλογο «ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΟΙ» και το μουσικό σύνολο 40 μπουζουκιών ως συνέχεια της προσπάθειας που είχε ξεκινήσει το 1992 με την ίδρυση του λαϊκού σχολείου. Ο Θανάσης Πολυκανδριώτης απέδειξε την αρμονική συνύπαρξη δύο διαφορετικών ειδών μουσικής, της κλασικής με τη λαϊκή. Σήμερα ζει και δημιουργεί στη Νέα Ερυθραία, αν και αυτό πολύ λίγο φαίνεται να απασχολεί τον δήμο μας, στον οποίο έχει ήδη απευθυνθεί, χωρίς αποτέλεσμα. «Εμείς οι καλλιτέχνες θέλουμε να μας χρησιμοποιούν», τονίζει ο ίδιος στη συνέντευξη που παραχώρησε στη «Ν.Ε.» και εστιάζει ιδιαίτερα στην απουσία της Πολιτείας και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε θέματα μουσικής εκπαίδευσης των νέων.
– Από τα λαϊκά μουσικά μονοπάτια, στον Μπραμς, την κλασική και τη συμφωνική μουσική, από το λαϊκό πάλκο στο Μέγαρο Μουσικής και το Ηρώδειο. Τι σημαίνουν για τον Θανάση Πολυκανδριώτη αυτές οι πέντε δεκαετίες προσφοράς του στη μουσική και πώς παντρεύονται όλα τα παραπάνω;
«Για να ακριβολογούμε, κοντεύω τις πέντε δεκαετίες, βρίσκομαι στην πέμπτη δεκαετία και όταν θα την κλείσω, θα το γιορτάσουμε. Πέντε δεκαετίες, όπου έχω να θυμηθώ και να σκεφτώ πάρα πολλά πράγματα. Εγώ δεν πήγα ποτέ μα ποτέ να μπω στα άδυτα της κλασικής μουσικής, γιατί θα ήμουν γραφικός αν το τολμούσα. Ήθελα ανέκαθεν το μπουζούκι να πάρει τη θέση του. Εφόσον είναι έγχορδο όργανο, η λογική λέει ότι όπως όλα τα έγχορδα όργανα μπορεί να συνυπάρχει με το βιολί, το βιολοντσέλο, το τσέλο, τη βιόλα, το κοντραμπάσο και όλα τα άλλα όργανα, όχι μόνο τα κλασικά, όπως είναι το λαούτο κ.α. Ως ανήσυχος μουσικός, γιατί από παιδί ψαχνόμουν με διάφορες μουσικές, ήθελα να κάνω κάτι για να ανεβάσω τον πήχη ψηλά σε ό,τι αφορά στην εκπαίδευση του οργάνου που πρεσβεύω για τους νέους μουσικούς. Εμείς όσο να ΄ναι τα φάγαμε τα ψωμιά μας, τα ζήσαμε, τα χορτάσαμε, έχουμε υποχρέωση, όμως, όχι μόνο εγώ αλλά και άλλοι σαν κι εμένα να προσπαθήσουμε ώστε το μπουζούκι να περάσει στη συνείδηση του γονιού ότι δεν είναι μόνο ένα όργανο της παρέας, αλλά είναι ένα όργανο που μαθαίνεται, όπως και τα υπόλοιπα στην εκπαίδευση και πιστεύω ότι έχει και αυτό να κάνει πολλά πράγματα».

– Πιστεύετε ότι τελικά βρήκε τη θέση που του αξίζει; Το μπουζούκι έχει μέλλον ή μόνο παρελθόν και παράδοση;
«Νομίζω ότι το μέλλον του ανήκει και το μέλλον του είναι αυτοί οι νέοι “πειραματισμοί” που εξυψώνουν το όργανο. Ένας νέος μουσικός χρειάζεται να πειραματιστεί. Αυτό που λέω στα νέα παιδιά είναι ότι μόλις καταλάβουν τις δυνάμεις τους ότι μπορούν να παίζουν, να αρχίσουν να πειραματίζονται πάνω στη μουσική».

– Υπάρχει κάποιος σταθμός που θα μπορούσατε να χαρακτηρίσετε ως σημαντικότερο στην πορεία σας;
«Υπάρχουν αρκετοί σταθμοί. Ένας από τους πιο σημαντικούς είναι ότι μεγάλωσα σε μια μουσική οικογένεια με βιώματα από τον πατέρα μου, λαϊκό δάσκαλο Θόδωρο Πολυκανδριώτη. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αγία Βαρβάρα, μετά μετακομίσαμε στο Αιγάλεω, όπου είναι και το πατρικό μου σπίτι. Το δεύτερο σημαντικό είναι ότι στο δρόμο μου συνάντησα τον Μάνο Χατζιδάκι και αυτό το θεωρώ πολλή μεγάλη τιμή. Ο Μάνος με έμαθε πάρα πολλά πράγματα, ήμουν νέο παιδί 21 χρονών και έπαιξα μαζί του για αρκετά χρόνια. Νομίζω ότι ο Μάνος ήταν πραγματικά σταθμός για μένα. Όταν ένα νέο παιδί βρίσκεται ξαφνικά δίπλα στον Χατζιδάκι και αφουγκράζεται την ανάσα του, μόνο αυτό λέει πολλά».

– Τι έχετε να θυμηθείτε από τον Μάνο Χατζιδάκι;
«Την απλότητά του και αυτό που μου είχε πει κάποια στιγμή ότι “Θανάση μου η μεγαλοσύνη του μουσικού φαίνεται όταν αρχίσει και αφαιρεί κι εσύ μπορείς να αφαιρείς”. Θυμάμαι ότι του απάντησα τότε, μαέστρο μου, εγώ τώρα είμαι πάνω στην πρόσθεση, πρέπει να τα ρίξω. “Το έχεις”, μου είχε πει,”άρα πρέπει να αφαιρείς” και το τήρησα αυτό».

– Αν σας ζητούσαμε να συμπυκνώσετε σε λίγες λέξεις τη σημασία της, τι σημαίνει η μουσική για εσάς;
«Η μουσική είναι μια γενικότερη έννοια που κάνει τον άνθρωπο που ασχολείται μαζί της καλό ή κακό. Και ο καλός άνθρωπος παίζει καλή μουσική, ο κακός άνθρωπος παίζει σίγουρα κακή μουσική. Νομίζω ότι όλοι μας ανεξαιρέτως οι άνθρωποι οφείλουμε να δοκιμάσουμε κάτι επάνω στη μουσική. Όπως λέγανε και οι παλιοί, μέσα μας κρύβουμε ένα μικρό μουσικό. Έχουμε υποχρέωση να του δώσουμε τη δυνατότητα να βγει έξω και να μεγαλουργήσει αν το ταλέντο του είναι αρκετό και αν φτάνει. Άρα, η μουσική είναι επιτακτική ανάγκη για την ψυχική ισορροπία όλων των ανθρώπων».

– «Μύθοι και θρύλοι της Μεσογείου» ήταν ο τίτλος της τελευταίας σας συναυλίας στο Ηρώδειο μαζί με διεθνούς φήμης καταξιωμένους καλλιτέχνες, την Dulce Pontes και τον Paco Pena, όπου συνυπήρξαν οι φωνές Ανδαλουσιανών τσιγγάνων, Πορτογάλων και Ελλήνων, με αραβικές, αφρικανικές αλλά και ανατολίτικες επιρροές. Ήταν επιτυχημένη τελικά αυτή η συνύπαρξη και πώς προέκυψε η συνεργασία σας;
«Αυτά ήταν παντρεμένα, δεν τα πάντρεψα εγώ. Είχα απλώς την ιδέα να τα παρουσιάσω στο Ηρώδειο στις 21 του Σεπτέμβρη και η ιδέα αυτή πραγματικά μου γέννησε πολλά ερωτήματα. Μέσα μου λέω πάντα, γιατί να μη γίνονται τέτοιες παρεμβάσεις και επεμβάσεις, οι οποίες εξυψώνουν τους λαούς που συμμετέχουν και τη μουσική τους; Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με τρεις μουσικές που στην ουσία είναι μία. Και το ρεμπέτικο και το φλαμέγκο και το φάντος έχουν να κάνουν με την ίδια κατηγορία ανθρώπων που τα άκουσαν και τα έπαιξαν και την ίδια κατηγορία ανθρώπων που γι αυτούς ήταν τρόπος ζωής. Το κάθε μουσικό κίνημα είναι τρόπος ζωής σίγουρα. Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με τις ίδιες πάστες ανθρώπων, μέση τάξη, φτώχια, χαμηλό βιοτικό επίπεδο και μέσα ακριβώς από αυτόν το λόγο της επιβίωσης βγήκαν αυτές οι μουσικές που μιλούν κατευθείαν στην καρδιά μας. Έχουν κοινή ρίζα λοιπόν. Η Μεσόγειος μουσικά είναι μια ενότητα. Αυτή η βραδιά στο Ηρώδειο ήταν πραγματικά εκπληκτική και παρόλο που κυριαρχούσε στο προσκήνιο το προεκλογικό ντιμπέιτ, πήγαμε πολύ καλά και είμαστε ευχαριστημένοι».

– Το μπουζούκι δεν θεωρείται ένα από τα επισήμως αναγνωρισμένα λαϊκά όργανα, όπως άλλωστε και το λαούτο ή το κανονάκι, κι εσείς για πολλά χρόνια δεν μπορούσατε να φέρετε τον τίτλο του δασκάλου. Σήμερα είστε ειδικός επιστήμονας στη βαθμίδα του Λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Πώς ξεπεράσατε αυτό το «σκόπελο»;
«Δεν ξεπερνάς κανένα τέτοιο “σκόπελο”, γιατί αν τον ξεπεράσεις, σημαίνει ότι το επόμενο βήμα θα είναι θεσμικά κατοχυρωμένο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ανυπαρξία της Πολιτείας στο θέμα της μουσικής εκπαίδευσης. Κανείς μα κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει φτιάξει μια ακαδημία λαϊκής μουσικής ή γενικότερα μια ακαδημία μουσικής. Ας την ονομάσουμε καλύτερα χώρο στέγασης της λαϊκής μας παράδοσης που είναι τεράστια. Εγώ ήθελα να κάνω ένα πανεπιστήμιο λαϊκής μουσικής, ακόμη θέλω να το κάνω και μπορεί να το κάνω αύριο-μεθαύριο. Στην Ελλάδα, όμως, επειδή έχουμε μάθει να ζούμε στο “θα”, αυτό θα ανακοινωθεί όταν ήδη το έχω φτιάξει και θα έχω μπει μέσα. Η ακαδημαϊκή πορεία μου είναι και αυτή δείγμα της ανησυχίας του Πολυκανδριώτη που ήθελε να μπει στο πανεπιστήμιο για να δει τι γίνεται τελικά εκεί μέσα. Η μουσική είναι ανύπαρκτη. Είμαι από το 2001 στα Ανώτατα Ιδρύματα και βλέπω ένα χάλι μαύρο που νομίζω ότι δεν μας αξίζει. Είμαστε λαός που έχουμε πάρα πολλή μουσική και πρέπει τέτοιες παρεμβάσεις σαν και τη δική μου να πυκνώσουν. Αισθάνομαι μοναξιά σε αυτήν την προσπάθεια».

– Τα μουσικά Γυμνάσια δεν παίζουν κάποιο ρόλο στον τομέα αυτό;
«Τα μουσικά γυμνάσια έγιναν, πιστεύω, απλώς για να πούμε ότι κάτι κάνουμε στο χώρο. Είναι αποδεκτά και παραδεκτά επειδή προσφέρουν έργο, αν και όχι όλα. Είναι γύρω στα 54, νομίζω. Δυστυχώς, οι καθηγητές που διδάσκουν εκεί, είναι άνθρωποι που έχουν μπει γιατί είχαν να δώσουν κάποιους ψήφους σε κάποιους βουλευτές. Δεν έχουν ούτε πτυχία, ούτε γνώσεις και οι περισσότεροι είναι “καλαμπόρτζηδες”, όπως λέμε. Διδάσκουν στα σχολεία και πρέπει να τελειώσει και αυτό το παραμύθι για να μην στραβώνονται άλλο τα νέα παιδιά. Είναι έγκλημα».

– Ποια είναι η εμπειρία σας από το μουσικό σύνολο «Οι Επόμενοι» που δημιουργήσατε με τη συμμετοχή νέων ανθρώπων;
«Ο δήμαρχος Αθηναίων κ. Κακλαμάνης παραχώρησε για το σκοπό αυτό ένα χώρο στην Τεχνόπολη στο Γκάζι, όπου μαζευόμαστε η ομάδα μου και κάνουμε τις πρόβες και τα σεμινάριά μας. Παίζουμε μουσική και μας αρέσει πολύ αυτό που κάνουμε. Μαζεύονται πολλά νέα παιδιά, μπορεί να δει κανείς και 80 και 100 μπουζούκια μαζί να παίζουν, από αρχάριους μέχρι πολύ προχωρημένους. Αυτό είναι πολύ σημαντικό για μένα, αφού διατηρείται αυτό που είχαν οι παλιοί και μαζεύονταν με τα μπουζούκια, βγάζοντας την ψυχούλα τους. Άρα λοιπόν, αυτό που ζητάει ο Πολυκανδριώτης δεν είναι ένας χώρος όπου θα μπαίνουν οι νέοι και θα παίζουν μπιλιάρδο, αλλά ένας χώρος όπου θα μαζεύονται για να παίζουν μουσική. Και η μουσική σε αποτραβάει από άλλα κακά επακόλουθα της σημερινής εποχής».

Στη Νέα Ερυθραία

– Σε επίπεδο μουσικής διδασκαλίας ή δημιουργίας «λαϊκών σχολείων», έχετε κάνει συγκεκριμένες προτάσεις σε δήμους;
«Δυστυχώς, οι δήμοι είναι μια κακιά πληγή και μόνο κακές αναμνήσεις μπορώ να έχω και κακές εμπειρίες. Δεν έχει βρεθεί ακόμη ο δήμαρχος ή η δήμαρχος που θα πιστέψει και θα αγαπήσει πραγματικά αυτό το αντικείμενο, το οποίο έχει φοβερά μεγάλη λαϊκή απήχηση, θα ωφεληθεί και ο ίδιος ως άτομο που ασχολείται με τα κοινά, αλλά θα ωφεληθεί πάνω απ΄ όλα η νέα γενιά. Έκανα κάτι συγκεκριμένο πριν από δυο χρόνια κι εκεί που πήγε να γίνει κάτι καλό και να αποκτήσει η Δυτική Αττική ένα πρότυπο μουσικό κέντρο, ήρθε ένας δήμαρχος και το εξευτέλισε και το έκλεισε την επόμενη μέρα».

– Έχετε απευθυνθεί στον Δήμο Νέας Ερυθραίας ή σε τοπικούς φορείς για την υλοποίηση των προτάσεών σας, καθώς γνωρίζετε ότι η πόλη μας έχει και μια μικρασιατική καταγωγή;
«Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Είναι δέκα χρόνια τώρα που ζω στη Νέα Ερυθραία, πλέον είμαι μόνιμος κάτοικος από το 1999 που έφυγα από τους Θρακομακεδόνες. Είχα κάνει κάποιες νύξεις στη δημοτική αρχή. Νομίζω ότι δεν μου έδωσαν σημασία κι επειδή είμαι άνθρωπος που έχω ένα οργανωμένο γραφείο και στέλνω τις προτάσεις μου κάθε χρόνο σε όλους τους δήμους, αναμένω την απάντησή τους πάντα, αν θεωρούν ότι η καλλιτεχνική μου υπόσταση είναι αυτή που πρέπει για το ποιοτικό πρόγραμμα που παρουσιάζει ο καθένας τους. Δυστυχώς, από τη Νέα Ερυθραία δεν είχα ποτέ κάποια ένδειξη ότι κ. Πολυκανδριώτη σας χρειαζόμαστε, ελάτε να τα πούμε».

– Γιατί επιλέξατε τη Νέα Ερυθραία ως τόπο διαμονής, μουσικής δημιουργίας και εφόρμησης για τις επαγγελματικές σας δραστηριότητες;
«Πραγματικά ζω σε μια περιοχή όπου έχω ησυχία και ηρεμία, γιατί ο καλλιτέχνης θέλει να είναι μόνος του, γιατί από τη φύση είναι μόνος του. Η Νέα Ερυθραία ήταν η επιλογή της συζύγου μου και των παιδιών μου, φεύγοντας από τους Θρακομακεδόνες μετά το σεισμό του 1999, όταν καταστράφηκε το σπίτι μας. Είχαμε εδώ και στην Κηφισιά κάποιους φίλους και γνωστούς, οι οποίοι μας παρότρυναν να έρθουμε. Βρήκαμε στην αρχή κάποιο σπίτι, το νοικιάσαμε και τώρα πλέον εδώ έχω τη μόνιμη κατοικία μου και νομίζω ότι εδώ θα κλείσω και τα μάτια μου».

– Πιστεύετε ότι η πόλη μας σήμερα μπορεί να διατηρήσει τις μικρασιατικές ρίζες της ή μεταβάλλεται σταδιακά σε ένα από τα λεγόμενα «προνομιούχα» βόρεια προάστια;
«Τη ζω τη Νέα Ερυθραία, δεν γνωρίζω βέβαια πάρα πολλά πράγματα, επειδή ίσως δεν με άφησε η ίδια η πόλη να τα γνωρίσω, ωστόσο, αφουγκράζομαι τους ανθρώπους της. Εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε και μια υπερευαισθησία που θέλουμε με την καλή έννοια να μας “χρησιμοποιούν”. Πιστεύω ότι αν δεν διατηρήσει η πόλη αυτές τις ρίζες θα χάσει τα πάντα. Οπότε λοιπόν είναι εμπρός γκρεμός και πίσω ρέμα. Εδώ πλέον πρέπει να γίνουν πράγματα θεσμικά. Δεν ξέρω τι υπάρχει αυτή τη στιγμή και ποιες δράσεις, αλλά αν δεν υπάρξουν αυτές η Νέα Ερυθραία θα χάσει την ταυτότητά της με τους σημερινούς ρυθμούς».

– Κατεβαίνετε καθόλου στο κέντρο της πόλης, καταλαβαίνετε το σφυγμό της πόλης; Αυτήν την περίοδο, για παράδειγμα, γίνεται μεγάλος λόγος για τις κυκλοφοριακές ρυθμίσεις που προωθεί ο δήμος. Ποια είναι η άποψή σας για τους ποδηλατόδρομους και τους πεζόδρομους που υλοποιούνται στην πόλη;
«Σχεδόν εκεί βρίσκομαι συνέχεια. Εγώ συμφωνώ απόλυτα με τα σχέδια αυτά, γιατί έτσι θα αρχίσουμε να αλλάζουμε νοοτροπία και να γινόμαστε Ευρωπαίοι. Δεν είμαστε Ευρωπαίοι, δυστυχώς. Όμως, για να φτάσουμε στο σημείο αυτό θα περάσουν εκατοντάδες χρόνια. Αλλά είναι προτιμότερο να πηγαίνουμε προς το καλύτερο παρά προς το χειρότερο. Ένας ποδηλατόδρομος θα σώσει ζωές και ας γκρινιάζουν ορισμένοι. Η γκρίνια περιττεύει σε αυτήν την περίπτωση και μπράβο σε αυτούς που το σκέφτηκαν. Μακάρι να το υλοποιήσουν και να το φτάσουν εκεί ακριβώς που το έχουν σχεδιάσει. Ας τους αφήσουν να κάνουν αυτό που έχουν ξεκινήσει».

– Ετοιμάζετε κάτι καινούργιο αυτό το διάστημα;
«Τα καινούργια πράγματα που κάνω είναι δυο βιβλία που θα κυκλοφορήσουν γύρω στο Πάσχα. Το ένα είναι το “κονσέρτο για μπουζούκι και ορχήστρα”, το οποίο έπαιξε το 1996 στο Ηρώδειο και δεν μπόρεσα μέχρι σήμερα να το εκδώσω μαζί με το cd του και ένα βιβλίο, το οποίο μαθαίνουν στο πανεπιστήμιο. Πιστεύω ότι έπειτα από δέκα χρόνια, αυτά που έμαθα στους νέους και είναι πάρα πολλά, πρέπει να βγουν σε ένα βιβλίο για να το έχουν οι νέοι ως μπούσουλα, καθώς περιέχει την ιστορία της λαϊκής μουσικής. Ετοιμάζω επίσης μια συνεργασία με τον Κώστα Χατζή και αισθάνομαι πολύ όμορφα γι΄αυτό, καθώς ο Κώστας είναι ένας αξεπέραστος, τεράστιος καλλιτέχνης. Πρόκειται για εμφανίσεις σε κέντρο και βέβαια θα ακολουθήσει και δισκογραφική δουλειά».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.