Πήρα το THIS IS IT με τον MICHAEL JACKSON» μου φώναξε ο Αρης, καθώς έμπαινα στο διαμέρισμά του.
Κυψέλη. Το κέντρο του κόσμου, κάποτε. Απόγευμα Αυγούστου. Η ζέστη τ΄ ουρανού ακουμπούσε το σκαμμένο οδόστρωμα. Τα ξαναμμένα αυτοκίνητα περίμεναν τ? αγυάλιστα φανάρια για να τρέξουν προς ένα σκοπό, μέσα στην ανομοιομορφία των Αθηναϊκών φώτων. Κόσμος. Ξένοι. Μωρά που έκλαιγαν. Πνιχτά γέλια τρύπωναν μέσα από τ? ανοιχτά παράθυρα. Μικρόκοσμοι σε σύγκρουση. Το αέναο παιχνίδι της έλξης και της απώθησης.
Ο Άρης είναι νοσοκόμος. Ζει χρόνια στην Αθήνα, στο διαμέρισμα των γονιών του, πριν αυτοί επιστρέψουν στα Κύθηρα λόγω σύνταξης. Σπούδασε με μεγάλες δυσκολίες. Λιγομίλητος και σεμνός. Από τα μάτια του έβγαινε φως καθαρό. Μεγαλωμένος στην αληθινή φύση του αέρα και της θάλασσας, κι όχι του υπέρλαμπρου σαλονιού, που συχνά γεννάει ψέματα
Εδώ και μέρες είναι άνεργος. Η σύμβασή του με ένα μεγάλο νοσοκομείο έληξε και δεν την ανανέωσαν. «Δεν πειράζει» είπε. «Δεν θα χαθώ. Ολα είναι τόσο ρευστά…»
Καθίσαμε στον καναπέ και η ταινία άρχισε. Η ιδιοφυΐα του JACKSON ήταν φανερή. Ο χώρος, η σκηνή και οι άνθρωποι γύρω του, ήταν εκστασιασμένοι. Ο σεβασμός που ενέπνεε ήταν συγκλονιστικός. Η μουσική υπάκουγε στον ψυχισμό και στο ταλέντο του. Αυτό δεν ήταν πρόβα ούτε δοκιμές: ήταν άγγιγμα δημιουργίας, αγωνία για αποτέλεσμα άξιο από άνθρωπο προς άνθρωπο.
Η κάμερα εστίαζε πάνω του, κι όχι τυχαία. Ακόμα κι όταν έμενε ακίνητος, το σύμπαν πάγωνε κι ανέμενε την επόμενη του στιγμή, γεμάτη μουσική, στίχο, συναίσθημα. Ο άνθρωπος αυτός γεννούσε φως και αλήθεια. Αλλά δεν τα κράταγε για τον εαυτό του. Τα χάριζε απλόχερα, ανοιχτόκαρδα. Έβαζε την ύστατη σφραγίδα του στο τοπίο. «Μην έχετε αγωνία» έλεγε στους νέους συνεργάτες του. Κάτι ένιωθε, σαν διαίσθηση, σαν σημάδι μακρινό που τον πλησίαζε.
«Πώς έφυγε αυτός ο άνθρωπος…σκέφτηκε ο Άρης Τόση ενέργεια που πάει…»
Είχε σουρουπώσει. Βγήκαμε στο μπαλκόνι. Μια γλυκιά ησυχία είχε απλωθεί. Άναψε ένα CHESTERFIELD κι άφησε τον καπνό να ταξιδέψει στη νυχτερινή άπνοια.
«Είδες τί έγινε στο Σύνταγμα; με ρωτάει. Πέντε το πρωί. Ποιος ν΄αντιδράσει τόσο νωρίς; Και τί να κάνει, μπροστά σε αστυνομία και κλούβες;»
Ο Άρης είχε μείνει αρκετές μέρες σε μια σκηνή στο Σύνταγμα. Μόλις τέλειωνε η βάρδια του, πήγαινε εκεί. Όταν τα συνθήματα έγιναν γηπεδικά, βαρέθηκε κι έφυγε. «Τί με νοιάζει πόσα κιλά ζυγίζει ο Πάγκαλος; Η πολιτική που παράγει με νοιάζει. Ίσως ξαναπάω πλατεία, αν το όλο σκηνικό πάρει άλλη μορφή που να με εκφράζει. Ο χειμώνας θα είναι βαρύς».
Και γύρισε σπίτι του. Ένας δεσμός που είχε, τέλειωσε κι αυτός. «Βαρετή κατάσταση. Μπορείς να είσαι έξω κάθε βράδυ, στην παραλιακή και στα CLUB; Αυτή ζητούσε, αλλά σπανίως έδινε. Ευτυχώς, τέλειωσε νωρίς».
Η Αθήνα ηρεμούσε. Μικρές λάμψεις ταξίδευαν στον ουρανό. Ξαφνικά, από το διπλανό διαμέρισμα, ένα ζευγάρι άρχισε να τσακώνεται. Άγνωστες λέξεις χοροπηδούσαν.
«Γίνεται χαμός φίλε. Νέοι άνθρωποι και τρώγονται σαν να μοιράζουν χωράφια. Μένουν δίπλα, αλλά δεν τους ξέρω. Δεν καταλαβαίνω από πού είναι. Στο ασανσέρ ένα πρωί τους είπα ΚΑΛΗΜΕΡΑ, αλλά δεν μου απάντησαν. Φοβισμένοι. Τόσος κόσμος έχει έρθει σ? αυτή την πολυκατοικία. Δεν ξέρω ποιοι είναι, μιλάνε ακατανόητα και υψηλόφωνα, μέσα στο άγχος και στην ανασφάλεια. Πού θα πάμε έτσι; Χωρίς εμπιστοσύνη, χαθήκαμε».
Τα μάτια του καρφώθηκαν στο άπειρο. «Κάποτε είχε νόημα να ζεις εδώ. Σήμερα μιλάμε όλοι μαζί. Ακατάπαυστα. Μονότονα..», ψιθύρισε.
Ενα αυτοκίνητο περνάει. Από τη δυνατή του μουσική, κάποιοι στίχοι μόλις που προλαβαίνουν ν? ακουστούν. «Αν κλέβαμε το VOLVO από την άκρη του δρόμου, θα ΄φευγες μαζί μου, μέχρι το τέλος του κόσμου;»
«Πάμε να περπατήσουμε» μου λέει.
Βγαίνουμε στη Δροσοπούλου. Μικρές ταβέρνες γεμάτες αλλοδαπούς. Καφενεία σβηστά. Μαγαζιά σφραγισμένα. Παραδομένα στη κρατική ατολμία, στην προχειρότητα και στη ματαιοδοξία του εύκολου πλουτισμού. Δεν ζυγίσαμε σωστά τα πράγματα. Αφήσαμε ανερμήνευτα τα σημάδια των καιρών και του χρόνου. Οι ασπίδες μας είναι χάρτινες και ο λόγος μας ψεύτικος. Ο φόβος βασιλεύει, ακόμη και στο φώς του καυτερού ήλιου.
Περάσαμε το λόφο Ελικώνος. Μια υποψία δροσιάς φύσηξε τα πρόσωπά μας. Μια παρέα νέων παιδιών, πέρασαν από απέναντι τραγουδώντας αγκαλιασμένοι. «Γιατί γλυκιά μου κλαίς, και σήμερα και χτές, και την καρδιά μου σκίζεις, χωρίς να μου το λές». Μια ελπίδα περιφέρεται από πάνω τους. Αόρατη, βαριά, μα υπαρκτή. Κάποτε θα τα συναντήσει, και τότε…
Φτάσαμε στο ΣΙΝΕ- ΛΙΛΑ. Κλειστό. Αγοράσαμε 2 μπύρες και καθίσαμε στο πεζοδρόμιο.
«Μην πείς τίποτα φίλε, μου λέει ο Αρης. Εδώ μέσα μεγαλώσαμε. Στο λευκό πανί, στη φωτεινή δέσμη. Εικόνα του είμαστε. Και ταξιδεύουμε».
Η σιωπή πορευόταν στα μάτια μας σαν πρωινή ομίχλη. Εκεί, που οι
μορφές συναντιούνται, για να ενωθούν ή να χαθούν. Για πάντα. Στον αθόρυβο κόσμο των αισθημάτων. Στους άπειρους χάρτες της μεγάλης οθόνης. Ανοιχτής ή κλειστής.
«Καλό καλοκαίρι φίλε. Να περνάς καλά. Χωρίς κραυγές».
Τον έβλεπα να φεύγει. Λίγο πριν χαθεί σε κάποια γωνιά, η μορφή του έμοιαζε με κάποιον ήρωα από ταινία του Νικολαίδη. Από άλλη διάσταση.
Εκείνη την ώρα, η Πατησίων είχε ελάχιστη κίνηση.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.