Είναι μέσα Σεπτεμβρίου.
Τέτοιες μέρες το μυαλό τρέχει σε κάποια γεγονότα, που πολλά χρόνια πριν, σημάδεψαν τη ζωή και το μέλλον της οικογένειάς μου, μαζί με τη ζωή εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων.
Τα γεγονότα αυτά επηρέασαν, αλυσιδωτά, τις δυο γενιές που τα βίωσαν, αλλά και την τρίτη γενιά που έζησε τον απόηχό τους, που ενισχύθηκε, μάλιστα, από τη γερμανική κατοχή και τον εμφύλιο.
Ίσως θα καταλάβατε ότι αναφέρομαι στην καταστροφή του 1922, τέτοιες μέρες!
Δεν ξέρω γιατί, αλλά η μνήμη μου φέρνει στο νου τη γιαγιά μου, από την πλευρά του πατέρα μου. Αυτές τις μέρες τις θυμάμαι πιο πολύ απ όλους τους αγαπημένους μου, που έχουν φύγει από αυτή τη ζωή.
Είναι αλήθεια ότι για κείνη, και μάλιστα από το στόμα της, πολύ λίγα είχα ακούσει. Δεν μίλαγε, δεν διηγόταν, δεν κλαιγότανε, δεν παραπονιόταν σχεδόν ποτέ. Το μόνο που θυμάμαι ήταν ο πόνος που είχε στο νεφρό και φορούσε μια ειδική ζώνη. Μού έλεγε ότι είχε «πτώση νεφρού». Ήμουν πέντε χρονών τότε, δεν μπορούσα να καταλάβω, πώς μπορεί ένα νεφρό να φύγει από τη θέση του. Τώρα ξέρω.
Μεγαλώνοντας, συνειδητοποίησα ότι δεν είχα ποτέ μου μάθει για τη ζωή τους πριν την καταστροφή, αλλά ούτε και για τα μετά. Μόνο σκόρπιες κουβέντες, που τους ξέφευγαν σε στιγμές που η ψυχική αντοχή τους τούς πρόδιδε.
Ίσως γιατί δεν ρώτησα, αλλά δεν μου έδωσαν ποτέ αφορμή από τη συμπεριφορά τους να ρωτήσω περισσότερα. Θαρρώ, πως μια ανομολόγητη συμφωνία σιωπής, επικρατούσε, για να τους βοηθήσει στη λήθη.
Θυμήθηκα τα λόγια του Άλμπερτ Σβάιτσερ: «Ευτυχία δεν είναι τίποτα παραπάνω από καλή υγεία και κακή μνήμη». Νομίζω ότι αυτό προσπαθούσαν να επιτύχουν, σιωπούσαν, προστατεύοντας ο ένας τον άλλον από τις μνήμες του παρελθόντος, που τόσο τους πονούσαν.
Ρωτώντας τη θεία μου Λυγερή και την ξαδέλφη μου τη Στέλλα, συμπλήρωσα μερικά κομμάτια του παζλ της ζωής της γιαγιάς μου, που μού έλειπαν, για να έχω μια σαφέστερη εικόνα για κείνη.
Θυμόμουν ότι μου είχε πει ότι γεννήθηκε τη χρονιά του πολέμου, δηλαδή, στα 1897.
Γέννησε το πρώτο της παιδί, τον θείο μου Κώστα το 1911. Απίστευτο, ένα παιδί 15 χρονών, γέννησε παιδί.
Το 1914 γέννησε τον πατέρα μου. Έμαθα ότι έχασε δυο παιδιά στη γέννα ή πριν γεννηθούν, δεν κατάφερα να το διευκρινίσω. Ακολούθησαν δυο κορίτσια, η Μηλιώ και η Μαρία. Το 1922, το ένα παιδί ήταν τεσσάρων χρονών και το άλλο έξι χρονών.
«Στο διωγμό ήμουνα γκαστρωμένη στον Αντώνη. Ήμουν πέντε μηνών περίπου. Οι Τούρκοι νόμιζαν ότι δεν ήμουν γκαστρωμένη και ότι έκρυβα παγκανότες ή χρυσαφικά και προσπαθούσαν με το όπλο να με τρυπήσουν. Ούρλιαξα, τους εξήγησα, η Παναγιά με γλύτωσε». Αυτά τα ελάχιστα είχα ακούσει από τα χείλη της, όταν ακόμη ήμουν πολύ μικρή. Δεν τολμούσα να τη ρωτήσω περισσότερα, φοβόμουνα μη τη χάσω μέσα στις φρικτές αναμνήσεις της και τη στείλω ξανά, άθελά μου, στο πηγάδι του πόνου.
Η τηλεόραση είναι ανοιχτή, παίζει ως συνήθως μόνη της. Ξαφνικά ακούω τη φωνή του Σεφέρη να λέει: «Η μνήμη, όπου και να την αγγίξεις, πονεί». Ξαφνιάστηκα, απίστευτη σύμπτωση, ήταν ένα αφιέρωμα της ΝΕΤ. Η ώρα είναι 2.30 ξημέρωμα Τετάρτης, όταν γράφω αυτές τις γραμμές.
Έτσι απέφευγα τις επώδυνες ερωτήσεις. Όμως, ο θείος μου ο Κώστας, καμιά φορά, έλεγε μερικές αναμνήσεις του, από εκείνες τις ημέρες. «Τότε ήμουν έντεκα χρονών, ο Μανόλης ήταν οκτώ. Ήταν γιορτή, βάλαμε τα καλά μας και πήγαμε στην εκκλησιά. Ήταν κόσμος μαζεμένος και αλαφιασμένος. Φωνάζανε: Οι Τσέτες, οι Τσέτες. Φύγαμε να πάμε πίσω στο σπίτι μας. Οι γνωστοί που συναντήσαμε, μάς είπαν ότι είχαν αδειάσει όλα τα σπίτια. Ρωτήσαμε για τους γονείς μας. Μάς είπανε ότι είδανε τη μάνα μας να τρέχει προς το σχολειό με τα δυο κορίτσια, όλοι εκεί τρέχανε. Με την ψυχή στο στόμα φτάσαμε στο σχολείο. Είχανε βάλει, οι Τσέτες, φωτιά στο ισόγειο, για να κάψουν ζωντανούς τους ανθρώπους. Κάπου σε μια γωνιά βλέπουμε μια γυναίκα πεσμένη κάτω, με δυο κοριτσάκια αγκαλιά. Θαρρώ πως είναι η μάνα μας, λέω. Τρέχουμε, ήταν εκείνη. Έτρεχε από παντού αίμα, ακόμη και από τα μάτια της. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Είχε πηδήξει από το δεύτερο όροφο, με τα δυο μικρά στην αγκαλιά της, για να σωθούν από τη φωτιά. Ήταν έγκυος πέντε μηνών στον Αντώνη. Το ότι έζησε χωρίς να πάθει τίποτε και χωρίς ούτε μια γρατζουνιά τα κοριτσάκια, ήταν θαύμα».
Από εκείνη την ημέρα έχασαν τον πατέρα τους. Κανείς δεν τον είδε. Δεν έμαθαν ποτέ την αλήθεια για το τι απέγινε. Εκείνο που θυμάμαι, ήταν η γιαγιά μου να τον περιμένει να γυρίσει. Θυμάμαι ότι ακόμη και εμείς τα παιδιά παρακολουθούσαμε τις ανακοινώσεις του Ερυθρού Σταυρού. Ήταν μια ελπίδα ζωοδότρα, στα πολύ δύσκολα χρόνια που έζησαν.
Μέσα από τις τραγικές συνθήκες που ζήσανε και τον τρόπο που ξέφυγαν από το θάνατο, φθάσανε στον Πειραιά. Τους πήγανε στο Κεφαλάρι. Τους στέγασαν σε κάποιους στάβλους. Κοιμόντουσαν στρωματσάδα σε ένα χώρο, πάνω από είκοσι άτομα. Ήταν γυμνοί, νηστικοί, βρώμικοι και διψασμένοι, τα περισσότερα γυναικόπαιδα.
Πριν λίγο άκουσα τον Σεφέρη να λέει: «Κάθε βαθιά συγκίνηση μάς κάνει να θυμόμαστε πολλά». Έτσι είναι.
Μια μέρα, ο θείος μου ο Κώστας, δεν μπορώ να θυμηθώ με ποια αφορμή, μού διηγήθηκε με πόνο στα μάτια και με έκφραση πληγωμένης αξιοπρέπειας ότι όταν είχαν έρθει τις πρώτες μέρες, αναγκάστηκε να απλώσει το χέρι και να ζητιανέψει. Ένιωθε πολλή ντροπή. Πεινάγανε πολύ! Κρυώνανε πολύ!
Η μάνα τους έγκυος, είχε προβλήματα μετά την πτώση της, στο σχολείο. Ήτανε μόνο έντεκα χρονών, προστάτης μιας πενταμελούς οικογένειας.
Τότε που μού διηγήθηκε το γεγονός, ήμουν σε μια ηλικία που δεν μπορούσα να αξιολογήσω αυτή του την εξομολόγηση. Αργότερα κατάλαβα ότι ήθελε να το βγάλει από μέσα του, να μου εξηγήσει ότι ούτε και τότε έχασε την αξιοπρέπειά του. Δεν ήθελε να τον λυπηθώ, αλλά να τον καταλάβω. Μέχρι τότε δεν είχε ξεπεράσει αυτή την «ντροπή», δεν μπορούσε. Ήμουν η επόμενη γενιά και ζητούσε, με την εξομολόγησή του, να τον βοηθήσω να αποκατασταθεί η αξιοπρέπειά του. Και το κάνω τώρα, σήμερα.
Θείε μου, ο μόνος που δεν έφταιγες, ήσουν εσύ. Ένα παιδί έντεκα χρονών, μόνο θύμα μπορεί να είναι.
Αλλά ας γυρίσουμε στο 1923. Αρχές του χρόνου γεννήθηκε ο Αντώνης.
Η γιαγιά μου ήταν 26 χρονών, είχε πέντε παιδιά, το ένα νεογέννητο. Ο άνδρας της αγνοούμενος. Ήταν προστάτης της οικογένειάς της. Λεχώνα ακόμη, ζήτησε δουλειά, όποια και να ναι. Έπλυνε σκάλες, σφουγγάρισε σχολειά, μαγείρεψε για την Αστυνομία στην Κηφισιά, έπλυνε τα σεντόνια των ξενοδοχείων του Κεφαλαρίου, για να ζήσει τα παιδιά της, με αξιοπρέπεια και περηφάνια.
Η μικρή της κόρη, η Μαρίτσα, πέθανε μετά από δυο χρόνια, έξι χρονών, από τύφο. Η Μηλιώ, η μεγάλη της, πέθανε λίγο αργότερα από περιτονίτιδα.
Δεν υπήρχαν ασθενοφόρα, ούτε κοντινά νοσοκομεία. Έπρεπε να τη μεταφέρουν με κάρο, τυλιγμένη μέσα σε βαμβάκι, για να απορροφάει τους κραδασμούς σε νοσοκομείο της Αθήνας. Πέθανε εννέα χρονών.
Τότε ήταν που γέμισε όλες τις πόρτες και τα «κάδρα» με μαύρες κορδέλες.
Της μείνανε τα τρία αγόρια. Νομίζω, όπως τουλάχιστον θυμάμαι, ότι δεν ξανάβγαλε τα μαύρα. Το πιο ανοιχτό χρώμα που φορούσε ήταν το γκρίζο.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πάστρα της και τα κάτασπρα κολλαριστά μαξιλάρια «λούσου» στο κρεβάτι.
Μου έλεγε να μάθω να καθαρίζω τις γωνιές καλά, αλλιώς θα πάρω άσχημο άνδρα. Ο φόβος αυτός με έκανε να μάθω.
Αλήθεια, τόσος πόνος σε μια ζωή! Αλλά και τόση αξιοπρέπεια μέσα στην ορφάνια και τη στέρηση!
Ήμουν το πρώτο της εγγόνι και μάλιστα με το όνομά της. Και πέθανε ένα ανοιξιάτικο βράδυ λίγο μόλις είχε αλλάξει η μέρα. Με περίμενε, ήθελε να με δει πριν ξεψυχήσει.
Βρήκα ένα σημείωμα στο τραπέζι του σπιτιού μας από την αδελφή μου: «Είμαστε στη θεία Άννα, έλα μόλις γυρίσεις, η γιαγιά πεθαίνει».
Έφτασα με την ψυχή στο στόμα. Την αγαπούσα.
Πήγα κοντά της. Γεια σου γιαγιά! Ανοίγει τα μάτια. «Ήρθες κόρη μου; Να χεις την ευχή μου!». Ήταν 3 Μαΐου του 1966. Ήτανε 69 χρονών.
Ο πόνος για το θάνατο του πατέρα μου, την είχε καταβάλλει. Δεν ήθελε να αντιδράσει σε καμιά αρρώστια. «Τι να την κάνω τη ζωή!», συνήθιζε να λέει.
Αναπαύσου γιαγιά μου. Εκεί δίπλα στα παιδιά σου, κάτω από τα πεύκα. Θα σε θυμόμαστε όσο ζούμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.