Κερδοσκόποι ή αγέλες λύκων: Οι επαγγελματίες πολιτικοί εκτός από το να εκμεταλλεύονται την προνομιακή τους θέση για να μεγιστοποιήσουν την ατομική τους ευδαιμονία, είναι και οι παραδοσιακοί φύλακες του συστήματος της αγοράς. Ως τεχνοκράτες εκθειάζουν τη λειτουργία των αγορών ως μια από τις σημαντικότερες εφευρέσεις της ανθρωπότητας: οι «ελεύθερες αγοραίες συναλλαγές» και το κυνήγι από όλους τους «κοινωνικούς εταίρους» του Αγίου Ατομικού Συμφέροντος, ήταν ιστορικά η «πυρηνική βόμβα» στα θεμέλια των παραδοσιακών μεσαιωνικών κοινωνιών που η σχάση των άκαμπτων, νωθρών σχέσεών τους απελευθέρωσε τεράστια παραγωγική ενέργεια και οδήγησε σε «όλα αυτά τα επιτεύγματα της τεχνολογίας και της επιστήμης».
Το πώς παίρνει μπρος η συλλογική ανθρώπινη δημιουργικότητα και ποια είναι τα κίνητρα και οι συνθήκες εν μέσω των οποίων ο ΄Ανθρωπος μεγαλουργεί, παραμένει ένα μεγάλο αίνιγμα για ιστορικούς και κοινωνιολόγους- ανοιχτό όσο θα υπάρχουν ακόμα δρώντα υποκείμενα και ιστορικό γίγνεσθαι. Γιατί η πρωτοφανής παραγωγικότητα που έφερε στην επιφάνεια το σύστημα της αγοράς έχει ως γνωστόν και πολλά μείον στο παθητικό της: πολεμική χρήση της τεχνολογίας, οικολογική καταστροφή, εξαθλίωση εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλα τα σημεία του πλανήτη. Τα κόμματα όμως που κυβερνούν στην Ευρώπη από το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά (σοσιαλδημοκρατικά και φιλελεύθερα ή νεοφιλελεύθερα) στήριξαν και στηρίζουν ως κινητήριο μοχλό των κοινωνιών την επιδίωξη του κέρδους, που εξάγεται σχεδόν με κάθε μέσο για να επανεπενδυθεί στην ανάπτυξη, η οποία μοιάζει να είναι μια διαδικασία δίχως τέλος. ΄Ενας μύλος που έχει ξεφύγει από τον έλεγχο όσων υποτίθεται ότι τον διαχειρίζονται και απειλεί να αλέσει «γη και ουρανό» (και πρώτα από όλα τις χαμένες μας ψυχές).
Το «Αναπτύξου ή Πέθανε» είναι το δόγμα, το καθολικό αξιακό σύστημα, στο όνομα του οποίου ορκίζονται άπαντες- με τους σοσιαλδημοκράτες στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες απλώς να «παίζουν το χαρτί» της κοινωνικής ειρήνης επιδιώκοντας μια πιο δίκαιη κατανομή των κερδών αυτής της αδυσώπητης, κερδοσκοπικής από τη φύση της, διαδικασίας, που επανεπενδύει τα κέρδη για να επεκτείνεται αέναα.
Επομένως για ποιους  λύκους μιλάνε τώρα, υποκριτικά , πολιτικοί που ήταν απλώς οι μαριονέτες αυτής της αυτοτροφοδοτούμενης οικονομικής διαδικασίας; Οι λύκοι είναι οι επενδυτές που πραγματοποιούν το «θαύμα» της ανάπτυξης, οι ευυπόληπτοι τραπεζίτες και χρηματιστές που είναι στρογγυλοκαθισμένοι στην κορυφή της κοινωνικής ιεραρχίας δίπλα- δίπλα με τους αξιοσέβαστους κυρίους πολιτικούς.
Οι λύκοι, οι κερδο-σκόποι, είναι όχι απλώς μέρος αλλά η ραχοκοκαλιά του συστήματος, καθώς είναι αυτοί που συγκεντρώνουν το χρήμα, το παντοδύναμο αυτό «χαρτί», για να το «ρίξουν» (να το επενδύσουν ή δανείσουν με το αναμενόμενο πάντα «μέγιστο κέρδος») στην πραγματική,  ή εικονική, οικονομία και να ταΐσουν έτσι την Ανάπτυξη, τη σύγχρονη αυτή θεότητα, που στο βωμό της οι κοινωνίες μας δείχνουν πρόθυμες να θυσιάσουν τα πάντα.

Φοροδιαφυγή: Αν θέλουμε  να δούμε κάτω από τα «εύκολα τα λόγια τα μεγάλα» ( μια κούφια, με το κιλό, ψευτο-πατριωτική ρητορική) και αν πρόκειται να ξύσουμε την κρούστα υποκρισίας και να είμαστε κάπως ειλικρινείς με τον εαυτό μας, τότε αβίαστα θα ομολογήσουμε και δημόσια αυτό που κατ? ιδίαν λέμε: ότι η φοροδιαφυγή είναι η πιο λογική και αναμενόμενη στάση (εκτός κι αν είναι κανείς παθολογικά μαζοχιστής), όταν έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα μη ανταποδοτικό, δυσλειτουργικό, υπερβολικά γραφειοκρατικό κράτος, το οποίο αντί να διευκολύνει σε βασικές ανάγκες (υγεία, παιδεία, μεταφορές, δημόσιοι χώροι) τη ζωή των πολιτών, μεριμνά κυρίως για την αυτοδιαιώνισή του σε βάρος της  κοινωνίας.
Ούτε το γεγονός ότι περίπου ένα εκατομμύριο πολίτες δουλεύουν για αυτό το κράτος, ούτε το γεγονός ότι μέσω των δημοσίων δαπανών ένα σημαντικό κομμάτι της αγοράς συντηρείται (και πλουτίζει) από αυτό το κράτος, αλλάζουν τη βασική εικόνα: Το κράτος δεν εμφανίζεται ως ο αρωγός της κοινωνίας, αλλά ως ένας τύραννος που υφαρπάζει μέρος του «πλεονάσματος» της κοινωνίας κατά κανόνα για να μην της το επιστρέψει ποτέ- τουλάχιστον με τη διάφανη, σαφή και μετρήσιμη μορφή ενός ποιοτικού δημοσίου αγαθού που η κοινωνία θα μπορεί να το απολαμβάνει με σιγουριά και αξιοπρέπεια.
Μια δαιδαλώδης νομοθεσία με αρκετά «παραθυράκια» (για να πουλάνε την προστασία τους επαγγελματίες πολιτικοί και ανάλγητοι γραφειοκράτες). Μια στρατιά δημοσίων υπαλλήλων που δεν είναι ορθολογικά κατανεμημένοι, σύμφωνα με υπαρκτές, καταγεγραμμένες ανάγκες. Κατάλοιπα από το μετεμφυλιοπολεμικό κράτος-μπαμπούλα που κάνουν ακόμη το «Δημόσιο» να χαίρει μιας κακώς εννοούμενης ασυλίας. Και τέλος μια κρατικοδίαιτη οικονομία, με έντονη διαπλοκή κράτους και κεφαλαίου, που εκ των πραγμάτων καθιστά την κοινωνία δορυφόρο και «επαίτη» του κράτους. ΄Ολα αυτά συντελούν στο να έχεις απέναντί σου ένα κράτος ?βαρίδι σε σχέση με το οποίο το σλόγκαν «το κράτος είμαστε εμείς» να φαντάζει κακόγουστο αστείο. Οι φοροεπιδρομές και η «σταύρωση» των φοροφυγάδων είναι απλώς επικοινωνιακά πυροτεχνήματα μιας πολιτικής ηγεσίας που αδυνατεί να φτιάξει ένα ανταποδοτικό κράτος, το οποίο θα είχε μια αδιαμφισβήτητη προσφορά σε έναν έστω τομέα (ένα ρε πατριώτες! δε σας ζητάμε παραπάνω, έστω ένα, π.χ. παιδεία ή υγεία).
΄Ενα δημοφιλές κράτος, που ικανοποιεί πραγματικές ανάγκες, δεν έχει ανάγκη φοροεπιδρομών, γιατί χτίζει γύρω του εκείνες τις συναινέσεις και εκείνες τις κοινωνικές συμμαχίες που η ύπαρξή τους είναι η μοναδική εγγύηση της μόνιμης πάταξης της φοροδιαφυγής. Σε απλά ελληνικά: όταν το πολιτικό σύστημα και οι υπηρεσίες, που υποτίθεται ότι μεγαλόσχημα προσφέρει, μένουν στα αζήτητα, έ τότε?. ευτυχώς που υπάρχει ο φοροεισπράκτορας κι ο χωροφύλακας. (Αυτά δηλαδή- εντάξει, σε πιο βάρβαρη μορφή- που έκανε το πολιτικό σύστημα εκείνα τα «ωραία» χρόνια των δεκαετιών  του ?50 και του ?60. Μόνο που τότε είχαμε και κάτι από παραδοσιακή Ελλάδα να παρηγοριόμαστε, ενώ τώρα μου φαίνεται ότι έχουμε και το φοροεισπράκτορα και το χωροφύλακα και στο φουλ την ΄Αγρια Δύση).
Όταν λοιπόν σταυρώσουν κάποιους (ανάμεσά τους-καμία αντίρρηση- και ορισμένους που τους αξίζει) και όταν επιδοθούν στον λαϊκισμό τους αρκετά ώστε να ικανοποιηθεί η ανάγκη του «όχλου» για αίμα και αποδιοπομπαίους τράγους, τότε θα επιστρέψουν (μακάρι να διαψευστώ) οι βροντόσαυροι στη γνωστή τους μακαριότητα. ΄Οπως και όταν καλμάρουν τους πιστωτές τους και τους διασφαλίσουν ότι θα πάρουν πίσω τα (αδικοχαμένα για μας που είμαστε εκτός νυμφώνος) λεφτά τους, ο δανεισμός της χώρας θα ξαναρχίσει με την ίδια απάθεια προκειμένου να αναστηθούν οι εγχώριες αγορές και να απορροφήσουν τα βαρυσήμαντα «βιομηχανικά προϊόντα» που καταφτάνουν από τον προκομμένο Βορά στον ανεπρόκοπο Νότο (συμπεριλαμβανομένων αμυντικών εξοπλισμών, Μετρό, νέων ολυμπιακών εγκαταστάσεων, ηλεκτρονικών συστημάτων παρακολούθησης, κ.λπ.?  κι όλα αυτά τα «αγαθά» μετά ή άνευ μιζών ).

Δ.Ν.Τ: Δ(ε) Ν(οώ) Τ(ίποτα) σε ό,τι αφορά την «ισόρροπη ανάπτυξη μιας οικονομίας», την αξιοποίηση των «εγχώριων παραγωγικών δυνάμεων», την κινητοποίηση όλων των συντελεστών παραγωγής (της εργασίας, του κεφαλαίου, της έρευνας και της τεχνολογίας), τη συγκρότηση ενός δίκαιου πλέγματος κινήτρων που θα αναστήσει τους  απονεκρωμένους, υπολειτουργούντες ή στρεβλά λειτουργούντες «ανθρώπινους πόρους», την ορθολογική ανακατανομή των δημοσίων δαπανών, την αξιολόγηση και ιεράρχηση των δαπανών με κοινωνικά κριτήρια ή με κριτήρια κοινής λογικής.
Δε Νοώ Τίποτα, είμαι Δίχως Νου, έχω μια κασέτα που την παίζω σε όλες τις περιστάσεις, ακριβώς όπως οι μπράβοι που πάνε να εισπράξουν τις καθυστερημένες οφειλές από τους κακοπληρωτές. Βασικά Δε Νοώ Τίποτα, γιατί είμαι ένας οργανισμός που έρχομαι να εγγυηθώ με το δανεισμό μου ότι οι Τράπεζες και τα λοιπά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (και οι καταθέτες τους! ας μην το ξεχνάμε αυτό) θα πάρουν πίσω τα λεφτά τους με τον πλέον σίγουρο, δοκιμασμένο τρόπο. Αυτόν που αφορά περικοπές (πρωτίστως μισθών και συντάξεων), ώστε τα λεφτά να μαζευτούν και να είναι «ζεστά» προς είσπραξη στις προκαθορισμένες ημερομηνίες καταβολής των δόσεων.
Με το φτηνότερο, σε σχέση με τις αγορές, δανεισμό μου σώζω μια χώρα για να μπορέσει να αποπληρώσει τα δάνειά της στους πιστωτές της κι όχι βέβαια για να τη βάλω σε τροχιά ανάπτυξης, δηλαδή μόνιμης και ριζικής ανασυγκρότησής της. Αυτό το τελευταίο το αφήνω στους εκλεκτούς ποιμένες και στα ποίμνιά τους. Ο καθείς και τα όπλα του, που έγραφε στο «Το ΄Αξιον Εστί», ο Οδυσσέας Ελύτης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.