«Μπαμπά τι θα πει girl; Ρώτησα τον Αλέξανδρο και μου είπε: ?Αυτό που δεν ήθελες να είσαι!?»
Οι δυο γιοί του παίζανε και ως συνήθως ο μεγάλος πειράζει τον μικρό.
«Αλέξανδρε μη στεναχωρείς τον αδερφό σου, πρέπει να τον βοηθάς, σα μεγαλύτερος»
«Μπαμπά δεν μπορεί να γίνεται συνεχώς αυτό, του είπα να μπει στο Internet και να το βρει. Αφού ξέρει, απλώς, βαριέται!»
Ήταν Σάββατο απόγευμα, είχε χαλαρώσει σε μια πολυθρόνα και διάβαζε ένα βιβλίο που του αγόρασε η γυναίκα του, το «ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ» του Ευάγγελου Μαυρουδή. Αν και δεν ήταν μικρασιάτικης καταγωγής, η ίδια ήταν νησιώτισσα, αγαπούσε ό,τι είχε σχέση με τις «χαμένες πατρίδες» και αγόραζε όλα τα σχετικά βιβλία. Ήτανε λάτρης της μικρασιάτικης κουλτούρας και ξεχώριζε από τους ποιητές τον Σεφέρη.
Είχαν γνωριστεί σε μια φοιτητική διαδήλωση.
Το μυαλό του έτρεχε πίσω ασταμάτητα. Καταλύτης για αυτή την αναδρομή στο παρελθόν ήταν η φράση του Αλέξανδρου «να μπει στο Internet». Σήμερα δεν έχεις ανάγκη από καμιά εγκυκλοπαίδεια, ούτε λεξικά ξένων γλωσσών, όλα υπάρχουν στο διαδύκτιο.
Θα ήταν περίπου επτά χρονών, όταν «ερωτεύτηκε» ένα πατίνι
Ο νονός του φίλου του, του Νίκου, του πήρε δώρο ένα πατίνι μοντέρνο, έμοιαζε με ποδήλατο. Είχε ρόδες με λάστιχο, ζάντες και ακτίνες. Είχε τιμόνι που έμοιαζε με εκείνο του ποδηλάτου, ο σκελετός ήταν μεταλλικός εκτός από το τμήμα που πατούσες το πόδι σου, που ήταν ξύλινο με λάστιχο επάνω για να μη γλιστράει. Είναι σα να το βλέπει, τώρα. Πόσο θα ήθελε και εκείνος να είχε ένα ίδιο! Ήθελε ένα κατακόκκινο!
Ρώτησε στη γειτονιά τον κύριο Αργύρη, επισκεύαζε ποδήλατα, έφτιαχνε και νέα από παλιά εξαρτήματα. Έκανε ανακύκλωση, όπως θα λέγαμε σήμερα. Ήτανε φίλος του. Του είχε μάθει και να κάνει ποδήλατο. Σ? αυτόν έτρεχε κάθε φορά που είχε προβλήματα ή απορίες αυτού του είδους.
«Κύριε Αργύρη, πόσο κάνει ένα πατίνι σαν του Νίκου;»
«Νομίζω 250 δραχμές, ίσως κάτι λιγότερο»
Ο μικρός κοκκίνισε από τη τρομάρα του, όταν άκουσε τη τιμή. Μετά σκέφθηκε λίγο και αποφάσισε να τα μαζέψει . Είχε το χαρτζιλίκι του, μια δραχμή, θα ήταν η αρχή, με αυτά τα χρήματα θα αγόραζε ένα κουμπαρά πήλινο από τη κυρία Μαρία, όταν το γέμιζε θα είχε μαζέψει τα λεφτά που ήθελε. Στη μάνα του ούτε κουβέντα, ίσως και να τον μάλωνε.
Τόσα χρήματα έβγαζε ο πατέρας του δουλεύοντας τουλάχιστον δυο εβδομάδες, καμιά φορά και μήνα.
Μάζευε όλο το χρόνο το χαρτζιλίκι του, ακόμα και εκείνα που του δίνανε όταν έκανε θελήματα, δεν ξόδευε τίποτα, είχε σκοπό!
Είχε τελειώσει το καλοκαίρι και αρχίσανε τα σχολεία. Ήταν στα τέλη Σεπτεμβρίου, όταν ένα βιβλιοπωλείο έκανε εγκαίνια, ήταν το πρώτο και μοναδικό στη πόλη.
Ο αδερφός του πήγαινε δυο τάξεις μεγαλύτερες απ? αυτόν. Ο πατέρας του είχε μια φοβερή αγάπη για τα γράμματα και ήθελε να τους τη μεταδώσει. Δούλευε όλη μέρα για να τα βγάλει πέρα. Ο μεγάλος πήγαινε στα Αγγλικά σε ένα γκρουπ πέντε ? έξι παιδιών που τους δίδασκε μια νεαρή δασκάλα με ελάχιστα χρήματα το μήνα. Πολύ καλό κορίτσι, κανείς δεν πλήρωνε στην ώρα του και όμως δεν τα απαιτούσε γνωρίζοντας την ανέχεια τους.
Όλη η πόλη μικροί και μεγάλοι πέρασαν από το βιβλιοπωλείο, όπου μέσα βρισκόντουσαν και οι γιοί του ιδιοκτήτη, φίλοι και συμμαθητές των παιδιών.
Η δασκάλα των Αγγλικών είχε συστήσει στους μαθητές της να αγοράσουν ένα λεξικό και τους έδωσε και τα στοιχεία.
Ο Πέτρος , ο αδερφός του, πήγε στο βιβλιοπωλείο, βρέθηκε στο στοιχείο του άλλωστε, και δεν χόρταινε να διαβάζει τίτλους, να φιλομετράει με προσοχή αυτά που τον ενδιέφεραν και μέσα του να παρακαλάει να γίνουν όλα αυτά δικά του.
«Πέτρο», του λέει η κυρία Μαριάνθη, η γυναίκα του βιβλιοπώλη, που την ήξερε καλά αφού ήταν η μάνα του συμμαθητή του και καλύτερου φίλου του, του Γιάννη, «εσύ δεν θέλεις κάποιο βιβλίο; Πάρε ότι σ? αρέσει και θα πω στον πατέρα σου, όταν περάσει από ?δω να το πληρώσει» είχε δει τη λαχτάρα στα μάτια του.
«Μπορώ κυρία Μαριάνθη να παραγγείλω ένα αγγλοελληνικό λεξικό που μας έχει συστήσει η δασκάλα μας;»
«Ασφαλώς και μπορείς, αλλά το έχουμε. Πάρτο» και το πήρε χωρίς να πολυσκεφτεί, είχε τόση λαχτάρα άλλωστε! Του είπανε ότι κοστίζει 35 δραχμές.
Πήγε στο σπίτι γεμάτος χαρά. Έτρεξε στη μάνα του να της ανακοινώσει τα ευχάριστα νέα. Όμως η αντίδραση που εισέπραξε ήταν καταστροφική. Ούτε ο Δίας με τους κεραυνούς του.
«Πως είναι δυνατόν να μας ξεφτιλίσεις. Πήγες και αγόρασες ένα βιβλίο χωρίς να το πληρώσεις. Πόσο κάνει; 35 δραχμές; Και που θα βρεθούν τόσα χρήματα;» άστραψε και βρόντηξε η μάνα του. Δεν θυμάται να του άστραψε κανένα χαστούκι, αλλά η αντίδραση της ήταν χειρότερη και απ? όλο το ξύλο του κόσμου. Τον είχε χτυπήσει και στο φιλότιμο. «Να αγοράσει από ένα νέο μαγαζί πράγματα χωρίς να πληρώσει; Δεν ήταν δα και πρώτης ανάγκης! Να βρεις τρόπο να λύσεις το θέμα».
Ο Πέτρος κούρνιασε σε μια γωνιά και έκλαιγε βουβά, με τα δάκρυα να τρέχουν στα μάτια του χωρίς σταματημό.
Ο μικρός που ήταν μπροστά σ? όλη αυτή τη σκηνή είχε μείνει άφωνος. Έβλεπε ότι και οι δυο, ο καθένας από τη πλευρά του είχε δίκιο. Όμως καταλάβαινε και τη λαχτάρα του αδερφού του για το λεξικό.
Έπρεπε ή να το πληρώσει ή να το επιστρέψει. Να το πληρώσει δεν είχε χρήματα, να το επιστρέψει, ήταν σαν να του έκοβες τον αέρα που αναπνέει. Τόσο χαρούμενο δεν τον είχε ξαναδεί σχεδόν ποτέ πριν, όσο όταν κρατούσε αγκαλιά το λεξικό του!
Το αποφάσισε! Παίρνει τον κουμπαρά του, πηγαίνει στη γωνία, που καθόταν ο αδερφός του σπάει τον κουμπαρά και άρχισε να μετράει, μια , δυο, τρεις?τριάντα πέντε? «Πάρτα, έτσι κι αλλιώς θα αργήσω με εκείνο το πατίνι και θα έχω ήδη μεγαλώσει, όταν μπορώ να το αγοράσω. Πάρτα τώρα εσύ που τα χρειάζεσαι, περισσότερο». Συνέχισε να μετράει είχε ακόμη 16 δραχμές.
Ο αδερφός του τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη, αλλά και με ερωτηματικό βλέμμα για να βεβαιωθεί αν ονειρεύεται  ή όχι.
«Ναι, Πέτρο πάρτα, με όλη μου την καρδιά».
Τώρα που το σκέφτεται, ούτε στιγμή δεν το μετάνιωσε. Και τώρα αν, χρειαζόταν θα έκανε το ίδιο για τον αδερφό του!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.