ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ Λίνα Τροχαλίτου-Σόρογκα

Βασίλης Βασιλικός «Είμαι ένας ανιχνευτής ναρκών, ένας ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας. Ο ελεγκτής γνωρίζει ότι μια λάθος κίνηση μπορεί να στοιχίσει τις ζωές των επιβατών και του πληρώματος. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι τον ρόλο του συγγραφέα στην κοινωνία».

Ο συγγραφέας Βασίλης Βασιλικός –Πρέσβης της Ελλάδας στην UNESCO, εξέχουσα παρουσία της ελληνικής λογοτεχνίας εδώ και στο εξωτερικό, είναι καλεσμένος στις Λογοτεχνικές Συναντήσεις που συνεχίζονται και φέτος για τρίτη χρονιά, από το Πνευματικό Κέντρο, την Δευτέρα 10 Οκτωβρίου στις 19.00 στο Πολιτιστικό Κέντρο Κηφισιάς, αίθουσα  Βασίλη Γκατσόπουλου (Διονύσου και Μυρσίνης)
Θα μιλήσει για το βιβλίο του «Οι γάτες της  Rue d’ Hauteville»,  εκδόσεις Πατάκη καθώς και για όλο το συγγραφικό του έργο. Για το έργο  του Βασιλικού θα μιλήσουν ο Κώστας Καλφόπουλος, δημοσιογράφος και Αριστοτέλης Σαίνης, φιλόλογος και επιμελητής εκδόσεων.
Την παρουσίαση και τον συντονισμό της εκδήλωσης θα κάνει το μέλος Δ.Σ. του Πνευματικού Κέντρου Λίνα Λίνας Τροχαλίτου-Σόρογκα, η οποία πήρε και την συνέντευξη από το συγγραφέα

Ο Βασίλης Βασιλικός γεννήθηκε στην Θάσο το 1934. Σπούδασε στο Κολέγιο Ανατόλια και νομικά στο Πανεπιστήμιο της  Θεσσαλονίκης. Συνέχισε τις σπουδές του στην Αμερική στο Yale University, Drama School-SRT (Νέα Υόρκη) για τηλεσκηνοθεσία. Υπήρξε βοηθός σκηνοθέτη σε ξένες παραγωγές, σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ, σεναριογράφος, επιμελητής (DR) σεναρίων, εισηγητής σεναρίων στην ARTE (1990-1993), Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής και υπεύθυνος Προγράμματος της ΕΡΤ 1 (1981-1984), Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου Αθηναίων το (1994-1996), και μέλος του Διεθνούς Κοινοβουλίου των Συγγραφέων με έδρα το Στρασβούργο (1995). Πολλά από τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 33 γλώσσες καθώς και στη γραφή Μπράιγ.
Ο διεθνώς καταξιωμένος συγγραφέας με το έργο του «Ζ» που έγινε ταινία από τον Κώστα Γαβρά και τιμήθηκε με όσκαρ (1969), έχει λάβει και άλλες διακρίσεις όπως:  Το βραβείο των 12 για την τριλογία «Το φύλλο. Το πηγάδι, Το αγγέλιασμα» (1961), το κρατικό βραβείο διηγήματος για «Το Τελευταίο Αντίο» (1980) το οποίο και δεν αποδέχθηκε και το Διεθνές βραβείο Mediterraneo (1978). Υπήρξε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Πατρών στην έδρα της φιλολογίας, Ταξιάρχης Γραμμάτων και Τεχνών της Γαλλικής Δημοκρατίας (1984), και μέλος ΔΣ της Εταιρείας των Γάλλων συγγραφέων (1990-1993).

– Κύριε Βασιλικέ, είστε ένας συγγραφέας πολυγραφότατος –έχετε γράψει πάνω από 120 βιβλία- και πολυμεταφρασμένος, με παγκόσμια ακτινοβολία, με το «Ζ» που έγινε ταινία από τον Κώστα Γαβρά και που βραβεύτηκε με όσκαρ. Τελευταία κάνετε βιβλία αυτοβιογραφίας όπου κυριαρχεί το προσωπικό στοιχείο, όπως «Μνήμη από μελάνι», «Οι γάτες της Rue d’ Hauteville» κλπ. Αλήθεια ποια είναι η συγγραφική σας σχέση με τις γάτες ;
«Από μικρός ήμουν γατόφιλος. Έγραψα κιόλας για αυτές. Έφηβος πέρασα στα σκυλιά, λόγω του κυνηγού παππού μου. Όμως όταν συνάντησα την κατοπινή γυναίκα μου, την Βάσω Παπαντωνίου, είχε τον γάτο της αχώριστη συντροφιά, ακόμα και στις πρόβες της όπερας. Ώσπου τον έχασε και δεν ήθελα άλλο. Τότε ο αδελφός της τής χάρισε μια σιαμέζα πανέμορφη. Την βαφτίσαμε Μασιμίλα γιατί εκείνη την εποχή μεταφράζαμε μαζί το μυθιστόρημα «Μασιμίλα Ντόνι» του Μπαλζάκ. Μας γέννησε πέντε γατάκια. Τα τρία τα δώσαμε σε φίλους στο Παρίσι και τα δύο μικρά τα κρατήσαμε. Το ένα Σαπφώ, εις μνήμην της αγαπημένης γάτας που έχασε και το άλλο Valerio, το όνομα του φίλου μας Valerio Adami, του ζωγράφου».

– Διαβάζοντας το κείμενο στις «Γάτες της Rue d’ Hauteville», η γραφή σας είναι διαφανής, διάτρητη, αφήνει τον αναγνώστη να δει από μέσα, να εισβάλλει στην ιδιωτική σας ζωή, δεν κρατάτε τίποτα κρυφό, μοιράζεστε τα πάντα χωρίς δισταγμό. Ακόμα και τις γάτες σας, είναι της οδού d’ Hauteville. Έτσι αισθάνεται και ο συγγραφέας Βασιλικός, δημόσιος;
«Είχα βρεθεί μόνος στο Παρίσι για ένα εικοσαήμερο, η Βάσω με την κόρη μας είχαν έλθει στην Αθήνα, πήραν μαζί τους την μαμά-Μασιμίλα και μού άφησαν τα τέκνα της για στείρωση. Δεν άντεχαν να τα βλέπουν με επιδέσμους. Έτσι προέκυψε το ημερολόγιο. Έπληττα θανάσιμα στο άδειο σπίτι και μοιράστηκα την μοναξιά μου με το χαρτί».

–  Σε όλο σας το βιβλίο κυριαρχούν αμφίσημα στοιχεία ∙ μια διάχυτη μελαγχολία , αγωνία, ματαιότητα αλλά και βαθειά γνώση των πραγμάτων και καρτερικότητα. Φαίνεται ότι το κοινό σάς τα πήρε όλα, «σας ξόδεψε», έτσι γίνεται τελικά με τους συγγραφείς μέσα από το καλειδοσκόπιο του χρόνου;
«Χαίρομαι που τα είδατε όλα αυτά μέσα στο βιβλίο. Κι άκουσα και άλλους να το επαινούν. Εγώ δεν ξέρω απλώς το έγραψα».

– Στο ημερολόγιό σας που κρατάτε από το 1988, καταγράφετε πραγματικά γεγονότα ενώ στα βιβλία σας πλάθετε μύθους. Σε ποιο από τα δύο είδη γραφής βρίσκεται ο αληθινός Βασιλικός;
«Και στα δύο. Κυρίως όμως στην μυθοπλασία. Εκεί αισθάνομαι πιο ελεύθερος. Στις ημερολογιακές καταγραφές πέφτει αν είναι να εκδοθούν, εν ζωή του συγγραφέα, πολύ ψαλίδι».

– Είναι γνωστό ότι υποστηρίζετε κατά κύριο λόγο δύο είδη γραφής , τη νουβέλα και την μαρτυρία ή ντοκουμέντο . Γιατί πιστεύετε ότι αυτά αρέσουν στο ελληνικό κοινό;
«Όταν το είπα αυτό το 1965, ήταν σε μια συζήτηση με τους Λαμπράκηδες της Καισαριανής, όπου με κάλεσε να μιλήσω ο Μάριος Χάκκας. Εκεί, σε αυτή την συζήτηση, προσπαθούσα να πω ότι το μυθιστόρημα χρειάζεται μια κοινωνία με ευδιάκριτες κοινωνικές τάξεις, λούμπεν, προλεταριάτο, μικροαστική, αστική, μεγαλοαστική, αριστοκρατία, κάτι που δεν υπήρχε στο τόπο μας. Γι αυτό είπα, προσφέρεται καλύτερα η νουβέλα ή το διήγημα και το ντοκουμέντο».

– Είστε δημιουργός της πολύ επιτυχημένης εκπομπής για το βιβλίο «Άξιον εστί». Τι συμβουλή θα δίνατε στους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς από αυτήν σας την εμπειρία;
«Ευχαριστώ για το «κομπλιμάν», όπως λέγαμε άλλοτε. Όσο για την ερώτηση σας, η μόνη συμβουλή που επιτρέπεται να δώσει ένας συγγραφέας σε ένα νεότερό του , είναι να συνεχίσει να γράφει. Η γραφή γεννάει την γραφή, όπως δια της τριβής παράγεται θερμότητα και ίσως κάποτε αυτός ο νεώτερος γεννήσει το χρυσό αυγό. Αλλά και πλατινένιο δεν είναι λίγο. Και χάλκινο. Αρκεί να μην είναι πλαστικό».

– Όταν αναφέρεται κανείς στον συγγραφέα Βασιλικό του έρχεται στο μυαλό η εικόνα ενός ώριμου άνδρα -με τσιμπούκι και καπέλο να σε κοιτάζει ερευνητικά, σαν να παίζει ρόλο ντετέκτιβ σε ταινία. Είσθε ένας ντετέκτιβ της ζωής;
«Θα προτιμούσα από «ντετέκτιβ», τον «ανιχνευτή ναρκών» ή τον «ελεγκτή εναέριας κυκλοφορίας». Βλέπει στην οθόνη του μια κουκίδα, πού είναι το συγκεκριμένο αεροπλάνο με το οποίο συνομιλεί. Η κουκίδα αυτή περιέχει εκατό ανθρώπινες υπάρξεις. Ο κυβερνήτης καθοδηγείται από τον ελεγκτή. Κι ο ελεγκτής γνωρίζει ότι μια λάθος κίνηση μπορεί να στοιχίσει τις ζωές των επιβατών και του πληρώματος. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι τον ρόλο του συγγραφέα στην κοινωνία».

– Σε ένα ποίημα σας όταν είσαστε 14 ετών υμνούσατε τις ομορφάδες της γης σαν ένας φτωχός τραγουδιστής. Τι ωραία λόγια για ένα πιτσιρίκο και εκκολαπτόμενο -ποιητή. Αν το γράφατε τώρα τι θα άλλαζε ;
«Κατ αρχήν η λέξη «ομορφάδες», είναι παλαιομοδίτικη. Σήμερα θα έγραφα «ομορφιές». Κι έπειτα το «φτωχός τραγουδιστής» είναι αναχρονιστικό. Σήμερα οι περισσότεροι «τραγουδιστάδες» έχουν μονοκατοικίες και σκάφη».

– Μια ευχή για την Ελλάδα, τους Έλληνες. Φτάσαμε στην αρχή του τέλους μιας περιόδου άκρατου υλισμού και ατομισμού και πρέπει να γυρίσουμε σελίδα για μια νέα εποχή συλλογικής κοινωνικής ευθύνης για δράση-αντίδραση. Πως μεταφράζεται αυτό σε πράξη ;
«Αυτό στη πράξη δεν μεταφράζεται . Γιατί στην πράξη «χάνεται στην μετάφραση» “Not lost in translation”, λέει μια μεγάλη διαφημιστική πινακίδα στην Αττική οδό, κοντά στην έξοδο από το αεροδρόμιο ‹Ελευθέριος Βενιζέλος›».

–  Πως θα έπρεπε να αντιδράσουν οι νέοι για όλα αυτά; Υπάρχει σωτηρία;
«Οι νέοι αντιδρούν υποτονικά. Θα πρέπει να ξαναεφεύρουν το παλιό σύνθημα του 1-1-4 «ψωμί-παιδεία-ελευθερία». Μόνο που δεν είναι πια το ακροτελεύτιο άρθρο του Συντάγματος και εκεί μπερδεύομαι».

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.