Δευτέρα, 7 το απόγευμα. Σύνταγμα. Ο δρόμος μπροστά στη Βουλή έχει κλείσει. Νέοι άνθρωποι ανεβαίνουν από την πλατεία. Η γιορτή της δυναμικής αρχίζει. Ο Αγνωστος στρατιώτης, από τα τρίσβαθα του χρόνου, μας κοιτάζει σιωπηλός, περήφανος, αιώνιος. Στην κλίνη του, στην αφάνειά του, στην αμείλικτη υπενθύμιση του ηθικού χρέους, του υψηλού καθήκοντος. Στη δόξα, μιας σιγής παντοτινής.
Μπροστά του, παραταγμένοι άλλοι νέοι άνθρωποι, αστυνομικοί. Αποδοκιμάζονται και υβρίζονται. Στ? αλήθεια όμως τι φταίνε; Μάνα τα γέννησε κι αυτά τα παιδιά. Ποιος τα ρώτησε ποτέ τι σκέφτονται, τι θέλουν. «Η στολή απαγορεύει διαλυτικές σκέψεις» μας λέγανε στο στρατό. Ετσι απλά, και η προσωπικότητα, το πνεύμα, το μυαλό και η φαντασία υποβιβάζονται. Ας είναι?
Πλησιάζω στα δεμένα κάγκελα. Από το δεύτερο όροφο της Βουλής, ένα παράθυρο ανοίγει. Η κραυγή «κλέφτες» φεύγει αστραπιαία, με τις παλάμες ανοιχτές. Το παράθυρο κλείνει.
Δίπλα μου, ένα ζευγάρι ταξιδιωτών από την Αυστραλία με ρωτάει ποιό είναι το κτίριο που κοιτούν. «THIS IS THE HELLENIC PARLIAMENT. NOT THE GREEK. THE HELLENIC. THERE IS A MAJOR DIFFERENCE», τους απαντώ και χαμογελούν. Με ρωτούν πόσους βουλευτές έχουμε. Όταν τους λέω τριακόσιους, αναρωτιούνται μήπως είναι πολλοί. «Ισως γίνουν διακόσιοι» τους λέω, αν και δεν το πολυπιστεύω. Ποιος θα τολμήσει να το κάνει αυτό στην Ελλάδα. Με κοιτούν και με σπασμένα Ελληνικά μου λένε: «Δεν ξέρουμε εδώ τι σας λένε για μας. Ο Αυστραλιανός λαός είναι μαζί σας. Υπάρχουν πολλοί Ελληνες στην Αυστραλία. Σας αγαπάμε και πιστεύουμε σε σας. Να το ξέρετε». Με χαιρετούν και φεύγουν. Η ανθρωπιά, η ελπίδα και η καλοσύνη δεν έχουν σύνορα, δεν ξέρουν από διαβατήρια. Η αγωνία είναι κοινή, σε μια υδρόγειο που δεν έχει τέλος.
Στην πλατεία, ο κόσμος έχει χτίσει μια άλλη κοινωνία. Οικονομολόγοι συζητούν με τον κόσμο, αναλύουν με κατανοητό τρόπο την κατάσταση της χώρας, απαντούν σε ερωτήσεις. Δεν χαρίζονται σε κανέναν, δεν εξωραίζουν το λόγο τους. Με ψυχραιμία προσπαθούν να δώσουν λύσεις. Ο κόσμος ακούει. Με προσοχή.
Σκηνές έχουν στηθεί παντού. Επικρατεί μια συλλογικότητα, που μοιράζει φυλλάδια, δέχεται υπογραφές, καθαρίζει το χώρο, δείχνει τον πολιτισμό της. Από τις όχθες του μετρό, το ανθρώπινο ποτάμι ρέει μαζικά, αδιάκοπα, αέναα. Μια λέξη φωτίζει τα αεικίνητα σώματα: συμμετοχή.
Δεν έχουμε να κάνουμε με τον φανατισμό ή την τύφλωση που παράγουν τα αποχαυνωμένα κόμματα. Κάποιοι προσπαθούν να μοιράσουν φυλλάδια συνδικαλιστικά που μονίμως προτρέπουν, αλλά ουδείς τα παίρνει. Ο κόσμος επιστρέφει πλέον στη «γενέθλια ουσία» του : τον συν-άνθρωπο, τις ανάγκες του, τις πίκρες και τις αγωνίες του.
Αυτό το μέγα πλήθος περιφέρεται, χαμογελάει, ελπίζει, «ποιεί δημοκρατία». Εχει καταλάβει τη δύναμή του, αλλά και όσους του την έκλεψαν ή την λεηλάτησαν. Κι έχει στα μάτια του μια φωτιά. Μια φωτιά, που απαιτεί και διεκδικεί. Δεν επαιτεί. Αλλά ούτε και καταστρέφει.
Η φωτιά αυτή, αγαπάει. Τη σπιθαμή αυτής της γής, το δέντρο που σκιάζει, το μικρό παιδί που ρωτάει «γιατί μπαμπά;», τον άνεργο που δεν κλαίει αλλά γελάει, τον ηλικιωμένο που σηκώνει τη μαγκούρα και στέκεται δίπλα στο φοιτητή, με σεβασμό, με προοπτική. Μια ατελείωτη πλημμυρίδα ζωής, που ξεγυμνώνει κάθε ψέμα, υποκρισία, υποταγή και προδοσία. Μια ένταση δημιουργίας, μια έξαψη προσφοράς, μια εκτίναξη στην ανιδιοτέλεια και στην αγνότητα. Ολοι μιλούν, αγκαλιάζονται, επικοινωνούν. Ο πυρήνας πλέον γεννήθηκε. Το νερό τρέχει. Με ορμή, δύναμη, προς τη θάλασσα της αλήθειας. Και δεν θα το σταματήσει κανείς.
Κάθομαι στο δρόμο μπροστά στο Κοινοβούλιο. Οκλαδόν. Σ? αυτό το δρόμο που γέννησε χρόνο, ψιθύρους, αγάπη και μίσος.
Η άσφαλτος κραυγάζει. Το κορμί της σαρώθηκε από κατοχικές παρελάσεις. Αίμα αθώων από σφαίρες προδοτών, πότισε κάθε χιλιοστό της. Χούντες βγάλανε πάνω της άρματα που ξήλωσαν αξίες. Σημαίες καήκανε μπροστά της και σκοπιές έγιναν παρανάλωμα. Η Νέμεσις δεν ήρθε ποτέ για όλα αυτά, κι αυτός ο δρόμος δεν μίλησε. Στα σπλάχνα του χτίστηκαν PARKING, αγάλματα που κανένας δεν προσέχει, συρμοί που στριγγλίζουν. Όμως η ιστορία, δεν μπορεί να ξεχαστεί. Σαν αστρική σκόνη πλανάται πάνω μας, μέσα μας, γύρω μας.
Οι κραδασμοί του δρόμου, περνούν στο σώμα μου, ζεσταίνουν την ψυχή μου. Μου θυμίζουν το δικό μου χρέος, τις δικές μου Θερμοπύλες. Οσο είμαι ζωντανός, όσο έχω φωνή. Οσο υπάρχει αυτή η πλατεία, οι χιλιάδες πλατείες σε όλη την Ελλάδα, σε μια επικράτεια που παίρνει την κατάσταση στα χέρια της.
Ενας δημοσιογράφος με μια κάμερα με πλησιάζει. «Γιατί κάθεστε εδώ, μόνος σας;» με ρωτάει.
«Δεν είμαι μόνος μου κύριε, του απαντώ. Είμαστε όλοι μαζί. Ένα έθνος, μια γροθιά. Με αλληλεγγύη για μια άμεση δημοκρατία. Μπροστά σε μια Βουλή άτολμων και άβουλων ανθρώπων. Μη ζωντανών. Ολοι μαζί».
Το ιερό πλήθος έρχεται στο δρόμο. Οι ποδηλάτες χαιρετούν το μνημείο. Ενώνονται με τους πεζούς. Τα συνθήματα αρχίζουν. Η πόλη δονείται.
Ελλάδα, μπορείς.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.