318_agapitikos-3

Τα τσολιαδίστικα στο σχολείο τα κορόϊδευα. Στο δημοτικό επί χούντας, αλλά και μετά στο Γυμνάσιο στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, οι παράτες για το «προαιώνιο μεγαλείο της φυλής» μου προκαλούσαν αλλεργία, αισθανόμουν σαν μασκαράς στις Απόκριες με τις φουστανέλες και τα τσαρούχια.
Αργότερα, όταν η επαναστατικότητα της νιότης μας πέρασε από τη καρδιά στο μυαλό, ανακαλύψαμε την παλικαριά και την ανιδιοτέλεια των απλών αγωνιστών του Εικοσιένα, τον Κάλβο και τον Σολωμό, την πραγματική Ελλάδα στα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, την λαϊκότητα του Θεόφιλου που φόραγε κι αυτός φουστανέλα κι ας τον κορόιδευαν.
Η Κρουστάλλω, η Γκόλφω, η Αστέρω, ο Μήτρος, ο Λιάκος, ο Τάσος, φιγούρες βουκολικών ειδύλλιων του παλιού ελληνικού κινηματογράφου οικείες μέσα από την τηλεόραση, καρικατούρες μιας άλλης εποχής για μας, έτη φωτός από τον 20ο αιώνα των μεγάλων προκλήσεων και των μεγάλων διαψεύσεων.
Την περασμένη Παρασκευή και το Σάββατο παρακολουθώντας την επίσημη πρόβα και την πρεμιέρα της παράστασης του «Λαϊκού Θεάτρου» «ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» απόλαυσα όχι απλά μια παράσταση, αλλά την αποκάλυψη ενός μεγάλου έργου, που δυστυχώς αγνοούσα. Ενός έργου βγαλμένου μέσα από τις απλές λαϊκές διηγήσεις, τους θρύλους και τα παραμύθια αλλά και δεμένο με αδιόρατα νήματα με την αρχαία τραγωδία.
«Είναι, λοιπόν, η τραγωδία μίμηση πράξης σημαντικής και ολοκληρωμένης, η οποία έχει κάποια διάρκεια, με λόγο ποιητικό…, η οποία προκαλώντας τη συμπάθεια και το φόβο του θεατή τον αποκαθάρει (λυτρώνει) από παρόμοια ψυχικά συναισθήματα». Έτσι ορίζει ο Αριστοτέλης την τραγωδία στο έργο του «Περί Ποιητικής».
Ο Νίκος Μπουσδούκος και η θεατρική ομάδα του «Λαϊκού Θεάτρου» κατάφεραν να μας «λυτρώσουν». Με τη «μίμηση» μιας «πράξης σπουδαίας» που σήμερα μας λείπει.  Με τη σκηνοθεσία και το παίξιμό τους μας έπεισαν (και το ΄χαμε ανάγκη) ότι η αγάπη, ο έρωτας, η πίστη, η φιλία, η τιμή είναι αξίες «καθεαυτές» και όχι μέσα ανταλλαγής στο χρηματιστήριο μιας απροσδιόριστης ευτυχίας.
Κατάφεραν ως ερασιτέχνες («εραστές της τέχνης») να μας ψυχαγωγήσουν («ψυχήν άγουν») και ν΄ αποδείξουν για μια φορά ακόμα ότι επαγγελματισμός δεν είναι η ανταλλακτική αξία της τέχνης, αλλά το ταλέντο και η αγάπη γι αυτό που «γουστάρεις» να κάνεις.
Σαν ανταμοιβή πήραν άφθονο χειροκρότημα. Απομένει επιτέλους κι ο δήμος να τους ανταμείψει διαμορφώνοντας ένα θεατρικό χώρο αντάξιο της πολυετούς προσφοράς τους.

ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΑΣΤΕΑΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.