ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΟΥΣΤΑΚΗ

Παρακολουθώ το μελαμψό πρόσωπό του. Έχει τα μάτια κόκκινα από τις κακουχίες, το βλέμμα θλιμμένο, η φωνή σπασμένη. Όλη η συμπεριφορά του αποπνέει αξιοπρέπεια, μια αξιοπρέπεια που σε καθηλώνει και σε κάνει να αισθάνεσαι ένοχος, επειδή κάθεσαι σε μια καρέκλα και παρακολουθείς υποκριτικά μια θλιβερή πραγματικότητα.
Μια πραγματικότητα που συνειδητοποιώντας την αγανακτείς για τον εαυτό σου και τη βολεμένη σου απάθεια, αγανακτείς για όλους όσους έχουν εξουσία και δεν κάνουν κάτι γι αυτούς τους «άθλιους» συνανθρώπους μας, τους πρόσφυγες. 
Εθελοτυφλούμε επειδή μας εξυπηρετεί.
Στρέφουμε το βλέμμα αλλού όταν βρισκόμαστε μπροστά στη δική τους δραματική πραγματικότητα.
Δυσανασχετούμε γιατί καθισμένοι στις γωνιές των δρόμων μας κοιτούν παρακλητικά χωρίς να μιλούν, για λίγα κέρματα.
Προσπερνάμε αγανακτισμένοι. Υποστηρίζουμε ότι μας ενοχλούν αισθητικά.
Όμως δεν είναι τίποτε άλλο από μια απλή αντίδραση στις ανομολόγητες ενοχές μας.
Περιμένουν γυμνοί μέσα στο κρύο ή τη ζέστη στην «πλατεία» και είναι έτοιμοι να προσφέρουν τη δουλειά τους για λίγα ευρώ. Για ένα «κομμάτι ψωμί» στην κυριολεξία.
Στην καλύτερη περίπτωση, γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης ανήθικων εργοδοτών,  εργολάβων ή ιδιωτών.
Είναι άνθρωποι χωρίς σκιά. Δεν υπάρχουν, δεν έχουν δικούς τους. Μόνο κάνουν όνειρα και αυτό τους κρατάει ζωντανούς.
Έχουν αφήσει στη μακρινή πατρίδα τους μάνες, αδέλφια, παιδιά και γυναίκες. Τους περιμένουν να γυρίσουν ή να τους πάρουν μαζί τους μια μέρα που όλα θα είναι καλύτερα. Να ξεφύγουν από τον πόλεμο, την πείνα, τη δυστυχία, τη ζωή χωρίς αύριο.
Φτιάχνουν κι αυτοί, περιμένοντας, τα δικά τους όνειρα και με αυτά χτίζουν ελπίδες για το δικό τους μέλλον.
«Δημιουργώ ψεύτικες ιστορίες και τους τις λέω στο τηλέφωνο», είπε με  απογοήτευση ένας από αυτούς τους «φυλακισμένους» στην αθλιότητα της Αθηναϊκής αναλγησίας.
«Η μάνα μου έχει πολλά προβλήματα, η μόνη της χαρά είναι όταν μ ακούει στο τηλέφωνο, πώς να της προσθέσω κι άλλα βάσανα. Της λέω ψέματα ότι είμαι καλά κι ευχαριστημένος. Δεν τρώω καλά, δεν ξοδεύω τίποτα για να τους στείλω όσα περισσότερα χρήματα μπορώ».
Καταβροχθίζουν ψέματα αυτοί και οι δικοί τους και έτσι επιβιώνουν.
«Η Ελλάδα είναι σαν ανοιχτή φυλακή» δηλώνουν απογοητευμένοι και δυστυχείς.
Αυτοί οι εξαθλιωμένοι άνθρωποι δεν έχουν πια πατρίδα, δεν ελπίζουν σε επιστροφή που θα τους δικαιώσει το ταξίδι της προσφυγιάς. Έχουν, όμως γονείς που τους  νοιάζονται και γυναίκες και παιδιά που τροφοδοτούν  τα όνειρά τους και τονώνουν την αντοχή τους.
Δεν έχουν συνδικάτα, ούτε έχουν τρακτέρ να κλείσουν τους δρόμους.
Δεν ψηφίζουν μόνο κλαίνε, πεινάνε και φτιάχνουν τολμηρά όνειρα, είναι τα μόνα που δεν απαιτούν χρήματα.
Εξήντα άτομα στριμωγμένα σε ένα δωμάτιο τρώγλη διαβάζουν στους τοίχους τα μηνύματα που άλλοι πριν από αυτούς είχαν γράψει. «Αξιοπρέπεια» γράφουν. Για να μην ξεχάσουν τη λέξη. Τι στο καλό, στην Ελλάδα βρίσκονται!
Η λέξη όμως δεν είναι γραμμένη στα Ελληνικά αλλά στη γλώσσα τους, και εμείς δεν ξέρουμε να διαβάσουμε και δεν ακούμε την κραυγή τους για λίγη έστω αξιοπρέπεια!
Αυτοί οι άνθρωποι περνούν την κάθε μέρα τους αγωνιζόμενοι να επιβιώσουν όχι να ζήσουν.
«Πάν να δαγκάσουνε ψωμί και εκείνο στάζει από αίμα
κοιτούν μακριά τον ουρανό κι εκείνος  μελανιάζει» 1
Δεν εργάζονται, δουλεύουν ως δούλοι, πουλάνε στη φτήνια τη δύναμη του κορμιού τους.
Οι αλυσίδες τους δεν φαίνονται στα δικά μας αδιάφορα και ανυποψίαστα μάτια, γιατί οι αλυσίδες της ψυχής δεν κάνουν θόρυβο, δεν είναι ορατές μόνο αυτούς που τις σέρνουν βαραίνουν.
Και όλα αυτά για μια θέση στη γη και ένα κομμάτι ψωμί.
Είναι οι ελεύθεροι έγκλειστοι στο «Γκουαντάναμο» της Αθήνας.
Αυτοί που βασανίζονται, με όλες τις διαθέσιμες μεθόδους, που ταπεινώνονται με όλα τα υπαρκτά μέσα, που υποφέρουν με όλους τους γνωστούς και αδιανόητους τρόπους.
Είναι αυτοί που χαράζουν  τη λέξη ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ στα φύλλα της ψυχής τους για να την κρατήσουν δική τους και να την προστατέψουν από τους ιερόσυλους.
Σκέπτονται, ονειρεύονται και ρωτάνε :
«Είναι αλήθεια ότι κάποια μέρα θα γυρίσουμε σπίτια μας;
Ταξιδεύω στα όνειρά μου, ονειρεύομαι το σπίτι μου.
Ότι βρίσκομαι με τα παιδιά μου, κομμάτια του εαυτού μου
όλα τους.
Ότι βρίσκομαι με τη γυναίκα μου και με όσους αγαπώ.
Ότι βρίσκομαι με τους γονείς μου, οι πιο τρυφερές καρδιές
του κόσμου μου» 2

________________
Σημείωση
1.    Οδυσσέα Ελύτη «ΑΣΜΑ ΗΡΩΙΚΟ ΚΑΙ ΠΕΝΘΙΜΟ»
2.    Οσάμα Αμπού Καμπίρ «ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ»;
Ο Καμπίρ είναι Ιορδανός και βρίσκεται έγκλειστος στις φυλακές του Γκουαντάναμο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.