Διασχίζουμε τον Αχέροντα ποταμό. Σιωπηλοί, όπως απαιτεί το τοπίο. Αυτός ο χώρος έχει μια απροσμέτρητη δύναμη. Ποτίζει τη σιωπή με μια ενέργεια μοναδική. Αποκαλυπτική, γι’ αυτό που βλέπεις. Λυτρωτική, για ό,τι αισθάνεσαι.
Η υδάτινη γή, αυτή ειδικά η γή, γεννά μέσα σου εικόνες και συνειρμούς καθηλωτικούς: ο μύθος αργοκυλάει στη φαντασία σου, και θέτει ερωτήματα, που μόνο η ψυχή σου μπορεί να απαντήσει. Γιατί εδώ, μόνο αυτή πλέον ταξιδεύει, και ωχρή οδεύει προς το τέλος ή την αιώνια πορεία. Άλυτα μυστήρια, μιας Ιστορίας που μας ακολουθεί και μας καθορίζει. Να πιστέψεις ή να αγνοήσεις; Να θυμηθείς ή να ξεχάσεις; Ένα είναι σίγουρο: απαθής, δεν θα μείνεις. Ίδιος, δεν θα είσαι.
Στις πεζές πόλεις η φαντασία λογοκρίνεται και τυποποιείται. Εδώ όμως, είναι Φύση. Ο αέρας τρυπάει το σώμα σου από παντού. Η ζωή, ως ύψιστο φαινόμενο, σε φέρνει εδώ: ως αρχή και ως τέλος. Η ζωή, κουβαλάει την ψυχή μας. Η ζωή, μας πάει. Σαν καράβι, δίχως φορτίο. Σαν πουλί που αγκαλιάζει τον ουρανό. Σαν πεπρωμένο που χαμογελάει και σε περιμένει.
Ο βαρκάρης λέγεται Βασίλης. Κρατάει το τιμόνι και μιλάει χαμηλόφωνα. Σεμνή μορφή. Δεν νιώθει κυρίαρχος του τοπίου. «Κι εγώ ταξιδεύω μαζί σας. Είμαι υφιστάμενος του νερού και του ποταμού. Υπακούω στη ροή του ή στα αργά κύματά του. Αυτός ο τόπος με γέννησε. Μου συγχώρεσε την απουσία μου. Έλειψα πολύ. Όμως εδώ ανήκω. Κι από εδώ, κάποια μέρα, θα περάσω απέναντι».
Κοιτάζω τα νερά. Πράσινα, βαθιά νερά, υποδέχονται τις ακτίνες του ήλιου. Κορμοί δέντρων ξεπροβάλλουν, σαν φιγούρες μοναχικές που βαπτίστηκαν και συμφιλιώθηκαν με το χρόνο. Κοντά στις όχθες, νεροχελώνες κολυμπούν. Στα χαμηλά κλαδιά, κάποιες αλκυόνες πετούν τρομαγμένες και χάνονται. Εντυπωσιακό το χρώμα τους. Στα ψηλά κλαδιά, τα αηδόνια είχαν χτίσει χνουδοφωλιές, που κρέμονταν στο κενό, θαρρείς από μια κλωστή. Πόση υπομονή χρειάζεται ένα πλάσμα, για να φτιάξει κάτι τόσο απερίγραπτο; Πόσο καθαρό είναι το μυαλό που δημιουργεί και υμνεί την απλότητα;
«Κάποιοι κόβουν αυτές τις φωλιές και τις παίρνουν για ενθύμιο. Καταστρέφουν μια φωλιά, ένα σπίτι, για να κάνουν τη φιγούρα τους στα σαλόνια» λέει με πίκρα ο πλοηγός μας. Η ανθρώπινη αχαριστία και βλακεία, δεν έχουν τελειωμό πολλές φορές.
Φτάνουμε σε μια διασταύρωση του ποταμού. Φεύγουμε αριστερά. Ο ήλιος παίζει στα δέντρα της όχθης. «Επικίνδυνο σημείο», λέει ο Βασίλης. «Το χειμώνα, το ποτάμι ξεχειλίζει. Ακόμα κι εγώ, που το ξέρω από παιδί, δεν τολμώ να πλησιάσω. Το νερό, σου μιλάει. Κάνεις ό,τι σου λέει, χωρίς δεύτερη σκέψη».
Ενας κάστορας περνάει σχεδόν από δίπλα μας. Μας κοιτάζει για λίγο, και με μια απότομη βουτιά χάνεται στο νερό. Πόσοι να μείνανε άραγε…
«Το ποτάμι το φυλάει η Αστυνομία. Αν έχουμε το Θεό μας… Οι πραγματικοί φύλακες είμαστε λίγοι. Εχω εμβολίσει ταχύπλοα Ιταλών, που μπαίνανε στο ποτάμι με ταχύτητα, σαν αυτοκράτορες. Μέγα λάθος. Τα πουλιά αλλά και τα υδρόβια τρομάζουν έτσι, και μετά για μέρες δεν τα βλέπεις. Οι λαθροκυνηγοί έχουν περιοριστεί. Κι αυτούς όμως, εμείς τους κυνηγάμε. Το κράτος, ασχολείται με άλλα θέματα. Ένα μεσημέρι, πριν από χρόνια, έβγαλα από το νερό μια νεκρή αλκυόνη. Άκουσα τον πυροβολισμό, αλλά δεν φαντάστηκα… Περήφανο πουλί. Μάτωσε η ψυχή μου. Ορκίστηκα στο παιδί μου να μην ξαναγίνει αυτό. Την άγνοια τη συγχωρώ. Την ασέβεια όμως, όχι. Η γή που βλέπεις, είναι αγνή. Όπως θα’ πρεπε να είναι και η ζωή μας».
Μια θαρραλέα τουρίστρια περνάει με ένα κανό. Η μηχανή σβήνει, και η βάρκα προσπαθεί να μην σηκώσει κύμα. Βάζει το χέρι της στην καρδιά και μας ευχαριστεί. Τα μάτια, έχουν τη δική τους γλώσσα. Από αυτά, ξεκινά η πραγματική επικοινωνία.
Πλησιάζουμε τη σπηλιά της Περσεφόνης. Εδώ, ο μύθος υποκλίνεται στον Έρωτα Στον ανεκπλήρωτο Έρωτα, στην αλύτρωτη καταδίκη του. Πώς να μοιράσεις το αίσθημα; Πώς να δεχτείς μια αγκαλιά, και πώς να της δοθείς, όταν ένας κόσμος σε περιμένει; Αυτό το αίσθημα, αυτή η αγάπη, σε χτίζει και σε γκρεμίζει την ίδια στιγμή. Δίνη στην ανόθευτη ψυχή σου, σε τραβάει «μέσα». Σε κάποια έγκατα που δεν ορίζεις. Ή σε στέλνει «ψηλά». Σε κάποιο ουρανό. Με βαριά φτερά όμως.
Η σχισμή των κοφτερών βράχων, μας στέλνει το σκοτάδι της. Αυτό είναι ο Έρωτας λοιπόν; Πόνος και γαλήνη; Ταραχή και νηνεμία; Ταξίδι μέσα κι έξω; Είναι μήπως ο αληθινός Πλούτος ή μια ατέρμονη διαδρομή παρελθόντος και παρόντος; Να τον ζείς όμως, είναι από μόνο του ένα θαύμα. Κι όπως κάθε θαύμα, ενώνεται με τον μύθο και ανθίζει μέσα σου ένα λουλούδι μοναδικό. Οπου και να’ σαι. Σε όποια γή κι αν πατάς.
Η Περσεφόνη κοιμάται. Άλλοτε πενθεί, κι άλλοτε χαίρεται. Αυτό το ταξίδι, δεν σταματάει ποτέ. Ισως να μην υπάρχει πραγματικό τέλος. Κάθε σκοτάδι, έχει κι ένα φώς. Και κάθε φώς, γεννάει ελπίδες.
Η βάρκα έδεσε τα σκοινιά. Το νερό μας κοιτούσε, γαλήνιο. Οι καλαμιές έγερναν το μικρό κορμί τους στην ατάραχη ροή του. Το ποτάμι έστελνε την ανάσα του στα πρόσωπά μας. Αποχαιρετούμε μια αίσθηση, ένα μακρινό ύμνο. Μια αιωνιότητα, που για λίγο μας αγκάλιασε.
Απορρυθμισμένοι, γυρεύουμε ο ένας την αφή του άλλου. Κοιτάμε τον ήλιο που βουτάει στη θάλασσα, κάπου μακριά από εδώ. Ακούμε την ηχώ του αηδονιού που γυρεύει τη φωλιά του. Αστόχαστοι, βαδίζουμε στην προκυμαία. Ειρηνικοί και άδειοι από κάθε περιττό. Ευγνώμονες, από τη γενναιοδωρία της Φύσης.
Το ποτάμι, κυλάει μέσα μας. Δώρο, μιας πραγματικής ζωής.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.