eleni_antonopoulou

της
Ελένης Αντωνοπούλου
φοιτήτριας Πολιτικών Επιστημών
και Δημόσιας Διοίκησης
στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Ο όρος «λαθρομετανάστης» και «παράνομος μετανάστης» είναι λανθασμένοι καθώς συνδέονται με την έννοια της παρανομίας και όχι της παρατυπίας δημιουργώντας συχνά στερεότυπα. Συνεπώς, οι όροι που θα χρησιμοποιηθούν στην εργασία αντί των παραπάνω είναι «παράτυποι μετανάστες» και «μη-καταγεγραμμένοι μετανάστες .

Μετά τα πρόσφατα επεισόδια με αλλοδαπούς στο κέντρο της Αθήνας, οι συζητήσεις γύρω από αυτούς οξύνθηκε. Μερικοί από τους όρους, που χρησιμοποιούνται, είναι η «ιθαγένεια», ο «πρόσφυγας», ο «παράνομος μετανάστης». Δυστυχώς, όμως, οι όροι χρησιμοποιούνται (συχνά) με τρόπο λανθασμένο τόσο από τους ημεδαπούς όσο και από τους αλλοδαπούς καθιστώντας απαραίτητη την αποσαφήνισή τους.
Αρχικά, η πιο συνηθισμένη σύγχυση όρων γίνεται μεταξύ της ιθαγένειας και της υπηκοότητας. Ορίζοντας την ιθαγένεια είναι «ο δημόσιος δεσμός που ενώνει ένα πρόσωπο με ένα κράτος» (Παπασιώπη- Πασιά Ζ., 2006, σ. 126). Αντίθετα, ο όρος υπηκοότητα είναι ξεπερασμένος και χρησιμοποιούνταν κατά τη διάρκεια της βασιλείας στην Ελλάδα για να δηλωθεί ότι είμαστε υπήκοοι του Βασιλιά. Όλοι ήμασταν, δηλαδή, κάτω από τη σφαίρα προστασίας (και καθοδήγησης) του Βασιλιά και αυτός ήταν ο μόνος που δεν ήταν υπήκοος κανενός. Με το τέλος της βασιλείας, ο όρος παραμένει στην καθομιλουμένη αλλά δεν χρησιμοποιείται επισήμως από το ελληνικό δίκαιο. Θέλοντας μάλιστα να αποκαταστήσουν τον όρο, από τη σύνδεσή του με τη βασιλεία, τον αντικατέστησαν με τον όρο ιθαγένεια. Έτσι, στην εργασία θα χρησιμοποιείται μόνο ο επίσημος νομικός όρος «ιθαγένεια».
Η ιθαγένεια, όμως, συγχέεται και με τον όρο εθνικότητα. Όπως αναφέρει ο συνταγματολόγος Π. Δ. Δαγτόγλου «ιθαγένεια [ ] ή κατά το αγγλικό ή γαλλικό πρότυπο εθνικότητα είναι η νομική ιδιότητα ενός προσώπου ως μέρος του λαού ενός κράτους» (Π. Δ. Δαγτόγλου, 2005 β , σ. 1344). Ουσιαστικά, ταυτίζει την έννοια της ιθαγένειας με την εθνικότητα ενώ έχουν ουσιαστικές διαφορές. Η ιθαγένεια αναφέρεται στο δεσμό του ατόμου με το κράτος ενώ η εθνικότητα αναφέρεται στο δεσμό του ατόμου με το έθνος. Σε αυτό το σημείο, είναι απαραίτητο να οριστεί και η έννοια του έθνους βάσει του ορισμού που δίδεται από το Διεθνές Δίκαιο. Έθνος είναι «το σύνολο προσώπων τα οποία διακρίνονται και θέλουν να διακρίνονται ως σύνολο από άλλα σύνολα, υπερσύνολα και υποσύνολα προσώπων βάσει αμφιλεγόμενων κριτηρίων (φυλετικών, γλωσσικών, ιστορικών, λαογραφικών, πολιτιστικών, πολιτικών, εδαφικών), των  οποίων  η  εναλλακτική  κατά  περίσταση  εφαρμογή  καθιστά αδύνατη    τη    διατύπωση    ενός    σαφούς     ορισμού     κοινής     αποδοχής» (Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρους Λαρούς Μπριτάννικα, 1996, τ. 22, σ. 146). Συμπερασματικά, η εθνικότητα και η ιθαγένεια είναι δύο όροι που στην καθημερινότητα ταυτίζονται λόγω της τριβής της γλώσσας. Όμως, δε μπορούν να ταυτιστούν ειδικά, σε  μια εποχή που λόγω της παγκοσμιοποίησης ο όρος εθνικότητα αμφισβητείται ξανά.
Στην Ελλάδα, λοιπόν, οι όροι «ιθαγένεια», «υπηκοότητα» και «εθνικότητα» χρησιμοποιούνται λανθασμένα με την ίδια σημασία για την  έννοια του πολίτη. Ο πολίτης για χρόνια συνδεόταν με το ορθόδοξο γένος και την θρησκευτική κοινότητα των επαναστατικών ορθοδόξων, που σταδιακά εθνικοποιήθηκε. Όμως, με το πέρασμα των χρόνων επιβάλλεται η δημιουργία της «ιδιότητας του πολίτη» (Χατζή Χ., 2004, σ.359), του πολίτη δηλαδή που απαλλάσσεται από τη σύνδεσή του με την ελληνική ορθόδοξη ιστορία και αποκτά χαρακτηριστικά της κοινωνίας στην οποία ζει.
Ένας άλλος σημαντικός όρος που συνδέεται με την ιθαγένεια είναι η πολιτογράφηση. Ορίζοντάς την, είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους κάποιος αλλοδαπός αποκτά την ελληνική ιθαγένεια. Πρόκειται για μια ατομική διοικητική πράξη που απαιτεί δύο στοιχεία: τη βούληση του προσώπου να γίνει Έλληνας πολίτης και τη βούληση του Ελληνικού κράτους να δεχτεί το συγκεκριμένο πρόσωπο ως πολίτη του. Το Ελληνικό κράτος εκφράζει την «επιθυμία» του αυτή με απόφαση που εκδίδει το Υπουργείο Εσωτερικών και  αφορά τους αλλογενείς αλλοδαπούς που κατοικούν στην Ελλάδα και τους ομογενείς αλλοδαπούς που ζουν είτε στην Ελλάδα είτε στο εξωτερικό. Πρόκειται για μια διαδικασία που θα αναλυθεί εκτενέστερα σε ακόλουθη ενότητα (ενότητα 5.1) σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ελληνικού δικαίου.
Όμως, από την έννοια της πολιτογράφησης ανακύπτει η ανάγκη διευκρίνησης των όρων αλλογενής αλλοδαπός και ομογενής αλλοδαπός. Ορίζοντας τις δύο έννοιες αλλογενής αλλοδαπός είναι αυτός που δεν έχει ούτε την ελληνική εθνικότητα ούτε είναι Έλληνας πολίτης ενώ ομογενής αλλοδαπός είναι αυτός που έχει ελληνική εθνικότητα αλλά δεν είναι Έλληνας πολίτης. Διότι, ενώ ο όρος αλλοδαπός είναι κοινός, ο επιθετικός προσδιορισμός (ομογενής ή αλλογενής) δημιουργεί στερεότυπα και διαφοροποιεί αυτόματα την αντιμετώπισή τους από το ελληνικό κράτος. Αντίστοιχα οι αλλοδαποί στιγματίζονται από τη χρήση του όρου μετανάστης καθώς πρόκειται για τον πολίτη μιας χώρας που εγκαταλείπει την πατρίδα του και εγκαθίσταται νόμιμα σε μια άλλη για λόγους οικονομικούς ή πολιτικούς.
Σε αυτό το σημείο θίγεται και η έννοια του πρόσφυγα. Σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης της Γενεύης (1951) πρόσφυγας είναι ένα άτομο που βρίσκεται εκτός της χώρας καταγωγής του ή του τόπου κατοικίας του και έχει δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ορισμένη κοινωνική ομάδα ή λόγω πολιτικών πεποιθήσεων και εξαιτίας αυτού του φόβου δίωξης αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να παραμείνει στη χώρα του αλλά ζητά καταφύγιο σε μια άλλη. Συνεπώς, δεν εμπίπτει στην ίδια κατηγορία ούτε με το νόμιμο μετανάστη ούτε με τον παράτυπο μετανάστη.
Η διαφορά του πρόσφυγα με τον παράτυπο μετανάστη είναι ότι ενώ μπορεί να βρέθηκε στα σύνορα χωρίς τα απαραίτητα χαρτιά, που πιστοποιούν την ταυτότητά του, δεν επιδιώκει την παράνομη είσοδο στη χώρα από αφύλακτες διαβάσεις αλλά τη νόμιμη είσοδο και την εξασφάλιση του ασύλου. Αντίθετα, επιδίωξη του παράτυπου μετανάστη είναι να εισέλθει στη χώρα με τρόπο μη νόμιμο ανεξάρτητα από τους λόγους που τον οδηγούν σε μια τέτοια πράξη. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο όρος «λαθρομετανάστης» μοιάζει να χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την παρανομία ενώ ο όρος πρόσφυγας για να υπογραμμίσει την εξαθλίωση (Παπαδοπούλου- Κούρκουλα Α., 2008 β , σ. 337).
Συμπερασματικά, ο όρος «λαθρομετανάστης» και «παράνομος μετανάστης» είναι λανθασμένοι καθώς συνδέονται με την έννοια της παρανομίας και όχι της παρατυπίας δημιουργώντας συχνά στερεότυπα. Συνεπώς, οι όροι που θα χρησιμοποιηθούν στην εργασία αντί των παραπάνω είναι «παράτυποι μετανάστες» και «μη-καταγεγραμμένοι μετανάστες».
Τέλος, υπάρχει μια κατηγορία αλλοδαπών που δεν εμπίπτει στις παραπάνω κατηγοριοποιήσεις. Πρόκειται για τους μετανάστες δεύτερης γενιάς όπως χαρακτηρίζονται τα παιδιά των μεταναστών που ήρθαν σε πολύ μικρή ηλικία στην Ελλάδα ή που γεννήθηκαν εδώ και έχουν γονείς μετανάστες. Σύμφωνα με τα ίδια τα παιδιά μεταναστών, ο όρος δεν αποδίδει σωστά αυτή την κατηγορία «μεταναστών».
Στην πραγματικότητα δεν είναι μετανάστες, αφού δεν επέλεξαν να φύγουν από μία χώρα και να μεταναστεύσουν αλλού, αλλά τις περισσότερες φορές έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα και αυτή γνωρίζουν και αισθάνονται ως μοναδική τους πατρίδα. Η πρόταση του Ηλ. Τζογόνα- Kiama -εκπροσώπου της ομάδας Second Generation 07- είναι η υιοθέτηση του όρου «second generation» για να ορίσει αυτή την κατηγορία αλλοδαπών. Όμως, ο όρος «second generation» δεν είναι κοινά αποδεκτός.


ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.