Φωτογραφία που έδωσε το βραβείο Πούλιτζερ στον Νοτιαφρικάνο φωτορεπόρτερ Κεβιν Κάρτερ, (1960-1994)

Ζώ σε μια παράλογη πόλη. Σε μια πόλη που θέλει να αναβαθμισθεί, αλλά δεν ξέρει προς τα πού να κοιτάξει για να το πετύχει αυτό. Τα ετερόκλητα στοιχεία που την έχουν κατακλύσει, δημιουργούν γύρω της ένα ασφυκτικό κλοιό που συχνά θολώνει όση ομορφιά της έχει απομείνει. Οι μικρές νησίδες πρασίνου που ηρεμούν για λίγο τα κουρασμένα μάτια της ψυχής, μοιάζουν με ξεκομμένα ερημοκλήσια που συναντά κανείς στην ύπαιθρο ή στα διηγήματα μιας άλλης εποχής.
Άγρυπνοι φύλακες αυτής της ομορφιάς παραμένουν πολλοί δημότες, που αρνούνται να μεταλλάξουν τη συνείδηση τους για περισσότερο τσιμέντο. Επωμίζονται ευθύνες που θα έπρεπε να αναλάβουν οι κρατούντες και οι πάσης φύσεως ειδήμονες που είναι μονίμως απόντες ή ανεπαρκείς, οχυρωμένοι πίσω από κομματικές ταυτότητες ή ξεθωριασμένα λαάβαρα. Αγωνίζονται για τη χαμένη αξιοπρέπεια έστω και ενός δένδρου που κάποιες ψεύτικες δυνάμεις, ως σύγχρονα θηρία μιας άλλης Αποκάλυψης, θέλουν να ξεριζώσουν για χάρη άνυδρων και απρόσωπων εμπορικών κέντρων. Αγωνίζονται για την ελεύθερη και ανεμπόδιστη πρόσβαση στις παραλίες, προτού μπαζωθούν ή περιφραχθούν από σκοταδόμυαλους ψευτο-επιχειρηματίες. Αρνούνται να υποταχθούν στην καταναλωτική καταιγίδα της διαφήμισης, προτιμώντας να κρατήσουν πνεύμα και μυαλό ελεύθερα και όχι σκλαβωμένα στις θνησιγενείς ανέσεις ενός αυτοκινήτου ή ενός υπερσύγχρονου κινητού τηλεφώνου. Αυτοί οι δημότες, αντιστέκονται με χαμόγελο και αντίληψη ανθρώπου, στο λειψό οξυγόνο αυτής της πόλης.
Υπάρχουν όμως και κάποιοι άλλοι «δημότες» που το φως της ημέρας, γεννά μέσα τους αισθήματα ντροπής. Τα δημαρχεία είναι αμφίβολο αν τους δέχονται στις ασυνάρτητες βάσεις δεδομένων τους. Δίπλα στη λέξη ΙΘΑΓΕΝΕΙΑ, υπάρχει ένα κενό. Για πρώτη φορά αυτό το κενό προκάλεσε τόσες συζητήσεις και διαξιφισμούς, γιατί όταν αυτό το κενό γεμίσει, οι κάλπες θα «βαρύνουν» περισσότερο. Αλλά μέχρι να γίνει αυτό, ο επιούσιος είναι αμείλικτος.
Τους συναντάς στα προχειροφτιαγμένα πεζοδρόμια που αχνοφωτίζονται από ετοιμόρροπες λάμπες, που η ολυμπιακή Αθήνα ξέχασε ή βαριότανε να αλλάξει. Σε κάποιες φτωχογειτονιές, στεγάζουν τη πίστη τους για περισσότερο ήλιο, και μέλλον, όχι παρένθετο, αλλά ισότιμο και κοινωνικό. Τι σημασία έχει σε ποιό θεό πιστεύουν ή αν φορούν μαντήλα; Κάποιο σταυρό κάνουν κι αυτοί, όταν δεν τον κουβαλούν. Μετράει λιγότερο άραγε; H όποια παιδεία τους θρυμματίζεται καθώς αναζητούν στους ξεχειλισμένους κάδους απορριμμάτων που η απληστία μας παραγέμισε, το «κάτι» που θα τους φανεί χρήσιμο ή πολύτιμο. Ολιγαρκείς από ανάγκη κι όχι από πεποίθηση ή ιδεολογία.
Αυτοί οι δημότες συνοδεύονται από τα παιδιά τους. Το ξεθωριασμένο ρούχο που φοράνε, έχει αρνηθεί προ πολλού την πολυχρωμία της επώνυμης ετικέτας ή δεν την γνώρισε ποτέ. Ζεσταίνει όμως μια ψυχή, και μια παιδική ψυχή είναι μια κιβωτός ελπίδας. Αυτή η ψυχή αντικρίζει με απορία την κρεμασμένη σοκολάτα του περιπτέρου. Τα λεφτά δεν φτάνουν όμως, και το βλέμμα φεύγει γρήγορα προτού πικραθεί.
Το βλέμμα προσγειώνεται σ? ένα κουτί που μοιάζει με δώρο που κάποιος ξέχασε. Το μικρό κορίτσι το πλησίασε, αλλά το μεγάλο αγόρι διαισθάνθηκε τον κίνδυνο και προστάτευσε την αδελφή του. Η έκρηξη που ακολούθησε, σήμανε το τέλος για το 15χρονο αγόρι, αυτό το τέλος που όλοι φοβόμαστε. Ήταν ένα δώρο του «πολιτισμένου κόσμου» προς τους «απολίτιστους κολασμένους». Η ιλαρότητα των ημερών έγινε τραγωδία για ένα παιδί. Το διανοείστε; Αντί να κρατήσει λαμπάδα κράτησε το θάνατό του.
Σ? αυτή τη χώρα, τα 15 χρόνια ζωής παίρνουν πλέον διαστάσεις μυθικές. Μοιάζουν με ορόσημο, αφού σηματοδοτούν την έναρξη μιας άλλης ζωής, σύνθετης και πολύπλοκης. Όχι όμως για όλους. Πώς το λένε άραγε αυτό το παιδί που χάθηκε για να ξεθυμάνουν κάποιοι; Δεν μάθαμε καν το όνομα του, μιας και οι κήνσορες της τηλεοπτικής αυτοκρατορίας έστρεψαν αλλού τον πυρίκαυστο λόγο τους. Ξένο σε μια πόλη ξενομανή, παρείσακτο και εκτοπισμένο από μια παιδική χαρά ή μια παιδική γιορτή. Μοναχικό αστέρι σ? ένα νεφελώδη ουρανό, μιας πατρίδας που δεν γνώρισε, μιας χώρας βυθισμένης στην πατριδολαγνεία και στην ζάλη των επιτοκίων. Μιας εκσυγχρονισμένης ψωροκώσταινας που μοιάζει πλέον με μια τεράστια πιστωτική κάρτα που μονίμως χρωστάει, αλλά δεν ακυρώνεται από τους εκδότες της.
Χτίσαμε πολυώροφες κατοικίες, μοντέρνα καγκελόφραχτα κλουβιά και νιώθουμε «ελεύθεροι». Στεγάσαμε μέσα σε αυτά την ματαιοδοξία ή την κενότητά μας, με μια αρμαθιά όνειρα ξεχασμένα σ? ένα συρτάρι ή σε κάποιο γραφείο από ακριβό ξύλο. Συμμετείχαμε στην ώρα της Γης, όταν όμως τα φώτα επέστρεψαν, μια ψυχή που πεινούσε, αξιοπρεπώς όμως, αναχωρούσε για άλλες διαστάσεις, αβοήθητη. Ο δικός της Γολγοθάς τελείωσε μέσα σε μια λάμψη.
Μέσα σ? αυτούς τους δρόμους, ένα άλλο σχολείο είναι μονίμως ανοικτό και λειτουργεί χωρίς διακοπή. Περάσαμε από αυτό όλοι μας, έστω κι αν οι προβολείς των πλούσιων συνοικιών φούσκωσαν τα μυαλά μας. Στριμωχτήκαμε στα θρανία ανυποψίαστοι. Δεν θυμόμαστε πως λέγανε τον δάσκαλό μας, αυτός όμως άφησε, πριν φύγει, το μήνυμά του στον μαυροπίνακα: Μην ξεχνάς την ανθρωπιά σου. Άπλωσε το χέρι σου και βοήθησε χωρίς να προσδοκάς επιστροφή. Φώτισε τη συνείδηση σου και κάνε το παρόν αδιαπραγμάτευτο. Με ειρήνη και ελπίδα.
Δεύτε λάβετε φως, από τα μάτια ενός μικρού παιδιού.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.