Είχα καιρό να δω και να ακούσω τη φίλη μου Μαρία. Την αγαπώ πολύ.  Πέρασε πριν λίγες ημέρες από το σπίτι έτσι χωρίς προειδοποίηση. Άλλωστε είμαστε σαν αδελφές και ξέρει ότι δεν χρειάζεται.  Είχε μια δουλειά στην περιοχή και αν δεν με έβρισκε, δεν θα ήταν και τόσος κόπος.  Μετά από τα καθιερωμένα τυπικά και ουσιαστικά, που ανταλλάξαμε, καθίσαμε να πιούμε ένα παγωμένο τσάι και να τα πούμε.  «Ξέρεις τι μου συνέβη;»
Άρχισε η Μαρία να μιλάει με ύφος συγκρατημένου θυμού ανάμικτου με απογοήτευση.
«Θυμάσαι ότι έχουμε αγοράσει ένα γραφείο για την κόρη μας και επειδή ακόμη δεν θα το χρησιμοποιήσει η ίδια, είπαμε να το νοικιάσουμε.
Μια «κυρία» μεσίτρια, με γραφείο στην περιοχή, με βρήκε και ζήτησε να το νοικιάσει η ίδια, επειδή το ενοίκιο που πλήρωνε για το γραφείο που ήδη είχε, ήταν ακριβό και ζητούσε κάποιο άλλο φθηνότερο.
Δεν είχα λόγο να το αμφισβητήσω. Συμφωνήσαμε για ενοίκιο 380 ευρώ το μήνα. Θα μετακόμιζε αμέσως και το γραφείο θα το φρεσκάριζε με δικά της έξοδα.
Μετά από μερικές ημέρες με πήρε τηλέφωνο και με παρακάλεσε να κατεβάσουμε λίγο το ενοίκιο επειδή δεν υπάρχουν δουλειές, σχεδόν κλαίγοντας και πιεστικά. Με έπεισε να της το αφήσω στα 320 ευρώ».
«Τόσο φθηνά;» Τη διακόπτω.
Με κοιτάζει κουνώντας το κεφάλι, αφού διαπίστωσε ότι ήμουν έτοιμη να της τα ψάλλω. Και συνέχισε για να με προλάβει.
«Ναι, έχεις δίκιο. Ότι και να πεις. Άκου και τα παρακάτω χωρίς να με διακόπτεις. Δικαίως αντιδράς έτσι, αλλά με ξέρεις δεν μπορώ να αντισταθώ σε κάποιον που με παρακαλάει, δεν τ αντέχω!
Συμφωνήσαμε λοιπόν στην μειωμένη τιμή των 320 ευρώ. Μετά έφυγα για ταξίδι, έλειψα σχεδόν ένα μήνα.
Η «κυρία» ανέλαβε να συμπληρώσει το συμφωνητικό, ένα από αυτά που κυκλοφορούν στα περίπτερα και θα μετακόμιζε στο γραφείο μετά την υπογραφή του.
Το συμφωνητικό πήγε να υπογράψει η κόρη μου.
Πριν το διαβάσει, η «κυρία» την παρακάλεσε να κάνει γρήγορα επειδή είχε μια πολύ βιαστική δουλειά και άλλωστε το έχει ήδη διαβάσει και εγκρίνει ο πατέρας της.
Και βέβαια ως ήταν αναμενόμενο η κόρη μου το υπέγραψε, πιστεύοντας στα λόγια της «κυρίας», ανυποψίαστη για τα μετέπειτα».
«Μέχρι εδώ δεν βλέπω τίποτα περίεργο και δεν καταλαβαίνω γιατί έχεις αρχίσει να αναπνέεις πιο γρήγορα», παρατήρησα απορημένη.
«Περίμενε να ακούσεις παρακάτω.
Όταν γύρισα από το ταξίδι, είχαν ήδη περάσει δεκαπέντε ημέρες από την ημέρα καταβολής του ενοικίου και δεν το είχε ξοφλήσει ακόμα. Θα το παρέδιδε σε κάποιον φίλο μου που έμενε κοντά και τον οποίο είχα ήδη προμηθεύσει με τις κατάλληλες αποδείξεις.
Πήγα λοιπόν και χτύπησα την πόρτα του γραφείου για να δω τι συμβαίνει και δεν είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της. Κάτι δεν μου άρεσε.
Χτυπάω, που λες, την πόρτα, βγαίνει μια νεαρή γυναίκα, ζητάω την «κυρία» ενοικιάστρια και εμβρόντητη την ακούω να μου απαντάει ότι είναι η ίδια!
Καταλαβαίνεις, ότι τα ΄χασα. Κοιτάω γύρω μου, μήπως χτύπησα λάθος πόρτα, αλλά δυστυχώς ζούσα ένα θέατρο του παραλόγου. Συνήλθα από το πρώτο σοκ και τη διαβεβαίωσα ότι η ιδιοκτήτρια είμαι εγώ και ότι δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει.
Η κυρία θορυβημένη μου δείχνει το συμφωνητικό που είχε υπογράψει για 820 ευρώ στην «κυρία» μεσίτρια, της οποίας το είχα νοικιάσει για 320 ευρώ μετά από τις ψεύτικες κλάψες της, περί οικονομικών δυσκολιών και οικογενειακών υποχρεώσεων».
Δεν πίστευα στ΄ αυτιά μου.
«Μα είναι δυνατόν; Σου συνέβη αυτό; Μα πως έγινε; Στο συμφωνητικό δεν γράψατε ότι απαγορεύετε η υπεκμίσθωση;»
Άρχισα να κάνω απανωτές ερωτήσεις γι αυτή την μη αναμενόμενη εξέλιξη.
«Ναι, δυστυχώς συνέβη. Φαίνεται ότι το συμφωνητικό το επιτρέπει και, αν θυμάσαι, σου είπα ότι όταν η κόρη μου πήγε να το υπογράψει, αφ΄ ενός τη διαβεβαίωσε ότι το είχε ήδη εγκρίνει ο πατέρας της και αφ΄ ετέρου ότι έπρεπε να υπογραφεί γρήγορα επειδή βιαζόταν. Αυτά όλα τα ψέματα περί εγκεκριμένου  συμφωνητικού και η βιασύνη ήταν μέρος του σχεδίου για να υφαρπάξουν την υπογραφή της πριν προλάβει να διαβάσει το περιεχόμενο. Που να φανταστεί το παιδί ότι είχε να κάνει με απατεώνες!»
Άρχισα να φουντώνω.
«Εσύ, παιδί μου, τι έκανες όταν διαπίστωσες όλα αυτά; Κάθισες με σταυρωμένα χέρια;»
«Όχι βέβαια. Πήγα στο γραφείο της κυρίας μεσίτριας. Το οποίο βεβαίως και δεν είχε εγκαταλείψει λόγω οικονομικών δυσκολιών και υψηλού ενοικίου, αλλά επειδή βρήκε πατέντα να κοροϊδεύει τον κόσμο και να βγάζει χρήματα μέσα από νομιμοφανείς διαδικασίες, εκμεταλλευόμενη την καλή πίστη των απονήρευτων και αγαθών ανθρώπων. Ανυποψίαστοι, γίναμε θύματα της καλοστημένης απάτης της.
Όπως σου είπα την επισκέφτηκα. Ήμουν πολύ ταραγμένη και θυμωμένη για να συγκρατήσω τα νεύρα και τα λόγια μου.
Αρχικά την ρώτησα, χωρίς να της αποκαλύψω ότι τα είχα μάθει όλα, το λόγο που καθυστερεί να πληρώσει το ενοίκιο. Άρχισε να μου απαριθμεί διάφορες δικαιολογίες για την απόδειξη που χρειαζόταν και δεν ήξερε ότι είχα φροντίσει και άλλα παρόμοια ανυπόστατα.
Στην ερώτησή μου πότε θα μετακόμιζε και γιατί βρίσκετε ακόμα εκεί, άρχισε να ψελλίζει διάφορα άσχετα με την πραγματικότητα και ούτε τότε βέβαια έκανε νύξη για το γεγονός της υπεκμίσθωσης.
Δεν άντεξα άλλο. Της είπα ότι ήξερα ήδη την απάτη που είχε κάνει και την αποκάλεσα, μάλιστα και «απατεώνισσα».
Παρόντες ήταν και δυο άλλοι «κύριοι» που την υποστήριζαν και παρενέβησαν να την προστατέψουν. Ένας εξ αυτών, μάλιστα, μου είπε ό,τι  ο Χίτλερ κάτι τέτοιες σαν και μένα τους έκανε σαπούνι και ότι θα καλέσει την αστυνομία για να με συλλάβουν. Δηλαδή, φωνάζει ο κλέφτης για να φύγει ο νοικοκύρης!
Και βέβαια, επειδή το θράσος περισσεύει σε αυτούς τους τύπους, χρησιμοποιούν την αστυνομία για εκφοβισμό των πολιτών που δεν είναι εξοικειωμένοι σε τέτοιες διαδικασίες, πιστεύοντας ότι θα πετύχουν το στόχο τους με μηνύσεις και εκφοβισμό!»
«Στ΄ αλήθεια, είναι απίστευτο. Τόσην ώρα σε ακούω και μου έχει ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Τόσο θράσος;!»
Η Μαρία όμως συνέχισε σαν να μην άκουγε, την είχε συνεπάρει η περιγραφή των γεγονότων.
«Απειλούσαν να με μηνύσουν και ήδη είχαν καλέσει την αστυνομία, ελπίζοντας ότι θα φοβόμουν και θα έφευγα. Σε λίγο πράγματι ήρθαν οι αστυνομικοί και ευγενικά μας ζήτησαν να τους ακολουθήσουμε στο Τμήμα.
Ήμουν αποφασισμένη για όλα, μ΄ έπνιγε το δίκιο.
Ζήτησα να τους μηνύσω για την υπεκμίσθωση του γραφείου, τη μεθόδευση που έγινε και την αήθη συμπεριφορά τους.
Η «κυρία» μεσίτρια, ήθελε να με μηνύσει για αντιπερισπασμό. Άλλωστε συνηθίζεται σε αυτούς τους κύκλους.
Διαπίστωσαν ότι ήμουν ανυποχώρητη και αποφασισμένη για την αυτόφωρη διαδικασία και με έμμεσο τρόπο ζήτησαν να μην γίνουν εκατέρωθεν μηνύσεις για να αποφευχθούν τα αυτόφωρα.
Απειλούσαν με αστυνομία και μηνύσεις και όταν ήρθε η ώρα οι θρασύδειλοι έκαναν στροφή 180 μοιρών.
Όπως κατάλαβες, υποχώρησα. Δεν ξέρανε και τίποτα στο σπίτι, σκέφτηκα το παιδί, δεν ήθελα να στενοχωρηθεί».
Ο θυμός προς στιγμή έδωσε τη θέση του στο γέλιο, όταν σκεπτόμουνα τη Μαρία, που δεν είχε βλάψει ποτέ ούτε μύγα και δεν είχε πάρε-δώσε με αστυνομίες, να περνάει τη νύχτα στο κρατητήριο. Μου θύμισε μια κινηματογραφική ταινία. Μια κυρία ανάμεσα σε πόρνες, προαγωγούς και παπατζήδες.
Μέσα μου έβραζα με την αδικία και την αποθράσυνση κάποιων αδίστακτων, που δρουν εντός των πυλών της πόλης μας, δυστυχώς!
Ρώτησα τη Μαρία τι σκέφτεται να κάνει από δω και πέρα.
«Το θέμα το έχω δώσει σε δικηγόρο. Θα πάρει το δρόμο της δικαιοσύνης. Στο εξής πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όλοι μας. Θα μου γίνει μάθημα, ακριβοπληρωμένο για την ηλικία μου, αλλά, όπως λένε, αν δεν πάθεις δεν θα μάθεις».

Εδώ τελείωσε τη διήγησή της.
Ήμουν θορυβημένη και αναστατωμένη με όσα άκουσα. Μα γίνονται αυτά; Κυκλοφορούν ανάμεσά μας τέτοιοι άνθρωποι που εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη μας για να μας παγιδέψουν και να μας εξαπατήσουν;
Και όταν αποκαλυφθούν προτιμούν, συστηματικά, την επίθεση αντί για άμυνα και προκαλούν μέχρι τα άκρα, προς εκφοβισμό των θυμάτων τους, χρησιμοποιώντας ακόμα και την αστυνομία για να δημιουργήσουν  επίφαση νομιμότητας και διαφάνειας.
Σκεφτείτε λίγο. Η Μαρία, με οικονομίες ίσως μιας ζωής, αγόρασε αυτό το γραφείο και συμφώνησε μετά από παρακάλια να υποχωρήσει σε ενοίκιο 320 ευρώ και στο τέλος να ανακαλύπτει ότι κάποια άλλη που δεν στερήθηκε τίποτα, δεν της ανήκει τίποτα, κερδίζει 500 ευρώ, επειδή είναι αδίστακτη.
Όλα όσα σας διηγήθηκα είναι μια αληθινή ιστορία, που συνέβη δυστυχώς στην πόλη μας. Τα ονόματα είναι μόνο φανταστικά και αυτό όχι για άλλο λόγο, αλλά επειδή για το θέμα έχει επιληφθεί η δικαιοσύνη.
Εμείς οφείλουμε σαν κοινωνία να τους απομονώσουμε και να τους τιμωρούμε με τον τρόπο μας. Οφείλουμε σαν άτομα να μην επιτρέπουμε τέτοιες συμπεριφορές και να καταδικάζουμε με λόγια και πράξεις αυτούς τους ανεπιθύμητους εισβολείς στον τόπο μας, που δεν σέβονται το ψωμί, που τρώνε προσβάλλοντας την ηθική μας, την καλοσύνη και την ανοχή μας.
Ας αντισταθούμε, λοιπόν, και στο εξής καμία ανοχή, καμία υποχώρηση, ώστε να χτυπηθούν τέτοια καταχρηστικά φαινόμενα στη ρίζα τους.
Να προστατέψουμε τη ζωή της πόλης μας, από κακοήθειες και συμπεριφορές, που μπορεί να είναι νομιμοφανείς, όχι όμως και ηθικά αποδεκτές.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.